Δευτέρα 24 Μαρτίου 2014

«Το Ολοκαύτωμα στις φωνές των επιζώντων»

[Αναδημοσίευση από το ιστολόγιο http://enantiastonantisimitismo.wordpress.com/2014/03/24/frangiski_ambatzopoulou_omilia_shoah/]
thessaloniki_auschwitz_71yearsΘέλω να σας ευχαριστήσω για την τόσο τιμητική σας πρόσκλησή σας να μιλήσω σ’ αυτήν την τελετή, όμως θα ήμουν πιο ειλικρινής αν έλεγα ότι αυτή η τιμή, στην παρούσα συγκυρία, συνοδεύεται από το βαρύ συναίσθημα του πένθους αυτής της επετείου. Το μόνο που αντισταθμίζει αυτό το συναίσθημα είναι ότι εδώ και μερικά χρόνια έχει γίνει μια μεγάλη αλλαγή, και η Θεσσαλονίκη δεν είναι πια μια πόλη που κρύβει στη σιωπή και τη λήθη μια τραγική σελίδα της πρόσφατης ιστορίας της. Η Θεσσαλονίκη, αυτή η πρωτεύουσα των προσφύγων, όπως την ονόμασε ο αείμνηστος συγγραφέας της, ο Γιώργος Ιωάννου, έχει γίνει πλέον ένας τόπος μνήμης, κι αυτό με παρηγορεί σαν πολίτη και σαν άνθρωπο που προσπάθησε να ασκήσει έντιμα το λειτούργημα του πανεπιστημιακού δασκάλου.
Σήμερα σ’ αυτήν την αίθουσα τιμούμε τη μνήμη των συμπολιτών μας που οδηγήθηκαν στον Άουσβιτς. Από αυτούς ελάχιστοι επέστρεψαν. Και θέλω να τους φέρω κοντά μας, μέσα από τις φωνές τους, όπως τις ακούμε στις μαρτυρίες τους. Όμως είναι κι εκείνοι, οι περισσότεροι, που δεν επέστρεψαν, και όπως έγραφε ο ποιητής Πάουλ Τσέλαν, κανείς δεν μπορεί να μιλήσει εκ μέρους των νεκρών.
Ίσως πράγματι, είναι λάθος να φανταζόμαστε ότι μπορούμε να αντικαταστήσουμε τις φωνές των ανθρώπων που εξοντώθηκαν στα ναζιστικά στρατόπεδα με τη δική μας φωνή, όσο κι αν κλείνει μέσα της την οργή, τη διαμαρτυρία και, προπάντων το πένθος -πένθος για εκατοντάδες, χιλιάδες, εκατομμύρια αμάχων ανθρώπων, που χάθηκαν όχι στο πεδίο μιας μάχης, όχι στα σπίτια τους σε έναν βομβαρδισμό, αλλά μετά από διαδικασίες δαιδαλώδεις, γραφειοκρατικές, κυρίως παραπλανητικές, που τους απόσπασαν από τις εστίες τους, τους αποξένωσαν από το βιος τους και τα όποια τους υπάρχοντα -οι πιο πολλοί ήσαν πάμφτωχοι άνθρωποι-, τους οδήγησαν στο γκέτο και μετά τους φόρτωσαν στα τραίνα. Πολλούς τους ξεγέλασε η υπόσχεση των ναζί ήταν ότι θα πάνε σε μια νέα πατρίδα, όπου θα εργαστούν ανάλογα με τις γνώσεις και τις ειδικότητές τους. Έτσι έφυγαν, με μια βαλίτσα με ρούχα ζεστά, κατάλληλα για το κλίμα της Πολωνίας, αφού αναγκάστηκαν να βγάλουν συνάλλαγμα σε ζλότυ, και, τέλος, όπως έχει δείξει ο ιστορικός Ραούλ Χίλμπεργκ, να αναλάβουν οι ίδιοι τα έξοδα της μεταφοράς τους με το τραίνο, τα οποία πλήρωσε η ισραηλιτική κοινότητα, για να πάνε ιδίοις αναλώμασι, στον θάνατό τους.
Μίλησα για παραπλανητικές διαδικασίες από την πλευρά των ναζί, και ίσως πρέπει να σταθώ λίγο σ’ αυτό το σημείο στη διαδικασία της εκτόπισης, γιατί είναι πολύ σημαντικό.
Την πλήρη εικόνα μας δίνει ο Γιομτώβ Γιακοέλ, τότε σύμβουλος της Ισραηλιτικής κοινότητας. Γράφει ο Γιακοέλ στα απομνημονεύματά του, ένα μεγάλης αξίας ιστορικό ντοκουμέντο, ότι οι ναζί ολόκληρο τον πρώτο χρόνο της κατοχής δεν ενόχλησαν ιδιαίτερα τους Εβραίους. Μάλιστα ορισμένοι, γύρω στους 5.000 Εβραίοι, που είχαν καταφύγει στην Αθήνα το 1941, από φόβο για τα αντισημιτικά μέτρα των ναζί σε άλλες χώρες, επέστρεψαν στη Θεσσαλονίκη όταν είδαν ότι δεν υπήρχε εμφανής κίνδυνος γι’ αυτούς. Το πρώτο ουσιαστικά βίαιο αντισημιτικό μέτρο σε ευρύτερη κλίμακα ήταν εκείνο της συγκέντρωσης των ανδρών στην Πλατεία Ελευθερίας, τον Ιούλιο του 1942, και η επιβολή υποχρεωτικής καταναγκαστικής εργασίας. Τότε η Ισραηλιτική κοινότητα προσπάθησε να αναστείλει το μέτρο αυτό έναντι της καταβολής ενός εξαιρετικά υψηλού ποσού λίτρων, πράγμα που επετεύχθη. Εκτός από αυτά, μέχρι το καλοκαίρι του 1942, η θέση των Εβραίων λίγο διέφερε, κατά τον Γιακοέλ, από αυτήν των Ελλήνων. Τα καθαυτό διωκτικά μέτρα, η απαγόρευση κυκλοφορίας μετά τις 5, η απαγόρευση της χρήσης οχημάτων, η επιβολή διακριτικού σημείου -του άστρου-, η διαταγή για τον εγκλεισμό σε γκέτο, με σκοπό τον εκτοπισμό στην Πολωνία, όλα αυτά εφαρμόστηκαν στις 8 Φεβρουαρίου του 1943. Και ένα μήνα μετά έγινε η πρώτη αποστολή. Πρέπει να υπογραμμίσω ότι όλα αυτά συνέβησαν στο ελάχιστο διάστημα ενός μηνός, με διαταγές αλλεπάλληλες, αιφνιδιαστικές. Ο ίδιος ο Γιακοέλ, ζώντας τα γεγονότα από μέσα και αντιλαμβανόμενος τους κινδύνους που εγκυμονούσε αυτό το ταξίδι στο άγνωστο, κατάφερε να διαφύγει στην Αθήνα και να κρυφτεί. Εκεί συνελήφθη το 1944 και οδηγήθηκε στο Άουσβιτς και στους θαλάμους αερίων, είχε όμως προφτάσει να γράψει τα απομνημονεύματα που προανέφερα, κυρίως για την περίοδο 1941-1943, από τα οποία μαθαίνουμε με λεπτομέρειες, σχεδόν μέρα με τη μέρα, για το διάστημα που προηγήθηκε πριν από την πρώτη αποστολή. Το χειρόγραφο του Γιακοέλ το διέσωσε ο φίλος του Ασσέρ Μωυσής (Γιομτώβ Γιακοέλ, Απομνημονεύματα 1941-1943, επιμέλεια Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου, Θεσσαλονίκη 1993, εκδ. Παρατηρητής).
Οι ναζί είχαν σχεδιάσει καλά τα πάντα, έτσι ώστε να αποκοιμίσουν τις υποψίες, να υποχρεώσουν την κοινότητα να εκχωρήσει έναντι λίτρων τεράστια ποσά, να σφετεριστούν και να οικειοποιηθούν υλικά αγαθά και ανθρώπινες ζωές, όπως έκαναν άλλωστε και στην υπόλοιπη Ελλάδα, με παραπλάνηση, καλλιέργεια του φόβου και με τα μέτρα των αντιποίνων. Και, φυσικά, είχαν σε όλα αυτά τους εντόπιους συνεργάτες τους -και ας μου επιτραπεί εδώ να θυμίσω την εξαίρετη μελέτη του Στράτου Δορδανά Η γερμανική στολή στη ναφθαλίνη (εκδ. Εστία).
Έτσι έφυγαν σχεδόν 50.000 άνθρωποι για το ταξίδι αυτό, βίαια αλλά και παραπειστικά. Αυτή η μέθοδος της παραπλάνησης αποσκοπούσε στην αποσόβηση της πιθανότητας κάθε αντίδρασης από την πλευρά του πληθυσμού. Η εκτόπιση, παρά τα όποια προσχήματα περί νέου οικισμού στην Πολωνία, έγινε με αφάνταστη βιαιότητα, και με ποινές θανάτου για όσους θα αψηφούσαν τις διαταγές. Έφυγαν ολόκληρες οικογένειες με ηλικιωμένους και βρέφη, κι έφυγαν ακόμη και Εβραίοι αξιωματικοί ή στρατιώτες του ελληνικού στρατού, που είχαν πολεμήσει στον πόλεμο της Αλβανίας, και ανάμεσά τους και ανάπηροι πολέμου. Βέβαια, στην ιστορία η πρακτική της μετακίνησης πληθυσμών δεν ήταν άγνωστη. Μπορούσε να γίνει πιστευτή, διότι υπήρχαν στο παρελθόν ανάλογα ιστορικά παραδείγματα. Όσο για τις φήμες που κυκλοφορούσαν ήδη από τις αρχές του 1942 από το BBC, για την ύπαρξη στρατοπέδων θανάτου, αυτές ακούγονταν εξωφρενικές -απλούστατα δεν είχε υπάρξει άλλο τέτοιο προηγούμενο στην ιστορία- και οι περισσότεροι τις θεωρούσαν αγγλική αντιναζιστική προπαγάνδα, ή αλλιώς «ράδιο αρβύλα», όπως έλεγαν τότε.
Όσοι έδωσαν βάση στις φήμες και, κυρίως, όσοι είχαν την οικονομική δυνατότητα, φρόντισαν να φύγουν και να κρυφτούν. Οι ελάχιστοι νέοι που ήσαν οργανωμένοι στο νεοσύστατο τότε ΕΑΜ, επίσης μπόρεσαν να φύγουν με τους αντάρτες. Όμως πολλοί, ειδικά οι κοπέλες, αντιμετώπιζαν το μεγάλο ηθικό δίλημμα πως να εγκαταλείψουν τις οικογένειές τους κάτω από συνθήκες κάθε άλλο παρά ομαλές. Και γύρισαν στα σπίτια τους για να ακολουθήσουν τους γονείς τους.
Ίσως να έγινε κατανοητό, αγαπητοί φίλοι, ότι, μια μέρα σαν τη σημερινή, της επετείου της αναχώρησης του πρώτου τραίνου, προσπαθώ να συνοψίσω σε λίγες φράσεις την απάντηση στο ερώτημα που πολλές φορές διατυπώθηκε: μα γιατί δεν αντέδρασαν, γιατί δεν αντιστάθηκαν, γιατί αφέθηκαν να οδηγηθούν «σαν πρόβατα επί σφαγή»;
Πέρα από όσα είπα για τον καταχθόνιο τρόπο οργάνωσης του εκτοπισμού, πρέπει να προσθέσω και το ερώτημα-κλειδί: μήπως, επιπλέον, οι Εβραίοι στην πόλη μας, εκείνη τη συγκεκριμένη ιστορική στιγμή, αισθάνονταν ανεπιθύμητοι; Μήπως οι αιώνες θρησκευτικού αντισημιτισμού, εθνικών διεκδικήσεων και αντεκδικήσεων, είχαν συντείνει, ώστε η παρουσία των Εβραίων στη Θεσσαλονίκη, τουλάχιστον για ένα μέρος του χριστιανικού πληθυσμού, να εκλαμβάνεται ως ένα κομμάτι ξένο στον εθνικό κορμό;
Επιπλέον, κάτι που δεν πρέπει να ξεχνάμε είναι το εξής: Tα θύματα αυτής της γενοκτονίας δεν ήσαν μόνο θύματα ενός πολέμου, αλλά ήσαν θύματα του αντισημιτισμού αιώνων, τροφοδοτημένου από τις προκαταλήψεις και τα αρνητικά στερεότυπα για τους Εβραίους, που διαδόθηκαν από την προφορική και γραπτή παράδοση, και από κάθε είδους κείμενα και έντυπα. Η γενοκτονία ξεκίνησε από τα βιβλία. Κι αυτό, εμείς οι πανεπιστημιακοί δάσκαλοι, ιδίως όσοι ασχολούμαστε με τα έργα της γραφής, πρέπει να το τονίζουμε.
Βέβαια η ιδιαιτερότητα της γενοκτονίας των Εβραίων στις λεπτομέρειές της άργησε να γίνει πλήρως κατανοητή. Αμέσως μετά τον πόλεμο, στην πρώτη συνέλευση του ΟΗΕ στις 11 Δεκεμβρίου του 1946, όταν εισήχθη ο όρος «γενοκτονία» από τον Ράφαελ Λέμκιν, θεωρήθηκε ως ένα από τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Στη Nυρεμβέργη δεν δικάστηκαν οι ναζί ειδικά για τη γενοκτονία των Eβραίων. Θα δώσω ένα παράδειγμα γι’ αυτήν την ελλιπή κατανόηση: ο νομικός Δημ. Mαγκριώτης που συνέγραψε το 1949 σχετική μελέτη για τα εγκλήματα της Kατοχής, χρησιμοποίησε τον όρο «γενοκτονία» και «ομηρία» αδιακρίτως για το σύνολο του ελληνικού λαού.
Όμως η διαφορά ανάμεσα στα εγκλήματα πολέμου και στη γενοκτονία κατά των Εβραίων από τους ναζί είναι κεφαλαιώδης, διότι η γενοκτονία στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν περιοριζόταν σε εκτελέσεις άμαχου πληθυσμού, θανάτους από λιμοκτονία κλπ, αλλά αποτελούσε ένα πρόγραμμα ολοκληρωτικής εξαφάνισης μιας εθνικής ή θρησκευτικής ομάδας. Για να εξολοθρευτεί μια ανθρώπινη ομάδα, πρέπει ο δράστης να καταστρέψει την ικανότητά της να αναπαραχθεί βιολογικά και πολιτισμικά. Δεν αρκεί να σκοτώσει τους ηλικιωμένους, τις εγκύους, τα παιδιά και τα νεογέννητα, ή να στειρώσει τις γυναίκες. Πρέπει ο δράστης να εμποδίσει την αναμετάδοση, να σβήσει τα ίχνη της. Πρέπει να κουρελιάσει τον ανθρώπινο ιστό των σχέσεων που συνδέουν τα μέλη μιας οικογένειας, μιας κοινότητας, και πρώτα απ’ όλα να καταστρέψει τον πρώτο ανθρώπινο δεσμό, αυτόν που δημιουργείται ανάμεσα στη μητέρα και στο παιδί. Kαι, τα πρώτα θύματα ήσαν τα παιδιά. Δεν ξέρω αν το γνωρίζετε, αλλά τα παιδιά που υπήρξαν θύματα της γενοκτονίας των ναζί εναντίον των Eβραίων ανέρχονται σε 1.800.000. Από τη Θεσσαλονίκη, όπως έδειξε η αγαπητή φίλη και ερευνήτρια Λέλα Σαλέμ, οδηγήθηκαν στον θάνατο 15.000 παιδιά.
Όλα αυτά, άργησαν να διευκρινιστούν, για τον εξής κύριο λόγο, που έχει σχέση με τη διαχείριση της μνήμης. Όπως γνωρίζουμε, την εκτόπιση σε γερμανικά στρατόπεδα, μοιράστηκαν Eβραίοι φυλετικοί κρατούμενοι και μη Eβραίοι αντιστασιακοί. Όμως οι αντιστασιακοί κομμουνιστές τη διεκδίκησαν ως εμπειρία που συνδέεται με τους αντιστασιακούς αντιφασιστικούς αγώνες τους. Tο Nταχάου έγινε γνωστό από την εκτόπιση του Nίκου Zαχαριάδη, όπως αντίστοιχα στη Γαλλία το Άουσβιτς έγινε γνωστό επειδή εκεί κρατήθηκαν οι Γαλλίδες επώνυμες μη Εβραίες κομμουνίστριες, η Danielle Casanova και η Marie-Claude Vaillant Couturier. Στα στρατόπεδα οι κόσμοι των Eβραίων και των μη Eβραίων διαχωρίστηκαν για άλλη μια φορά. Συνέπεια ήταν ότι κατά τις πρώτες καταμετρήσεις των θυμάτων, η διάκριση ανάμεσα σε πολιτικούς και φυλετικούς κρατούμενους, δεν λήφθηκε υπόψιν, και, εννοείται, δεν καταμετρήθηκαν τα παιδιά.
Όμως στην αρχή της ομιλίας μου αναφέρθηκα στο πένθος -το πένθος που μπορούμε να ακούσουμε μέσα από τις φωνές των επιζώντων. Και οι διαστάσεις του πένθους αυτού σε νούμερα ξεπερνούν την όποια εμπειρία μας και εγγίζουν το μη περιγράψιμο. Και δεν εννοώ τα νούμερα των απωλειών μιας πόλης, αλλά αυτά των ατομικών περιπτώσεων. Ας δούμε ορισμένες περιπτώσεις από τις προφορικές μαρτυρίες Εβραίων της Θεσσαλονίκης που κατάγραψαν η Έρρικα Κούνιο-Αμαρίλιο και ο Αλμπέρτος Ναρ (Το ολοκαύτωμα στις μαρτυρίες των Εβραίων της Θεσσαλονίκης, επιμ. Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου, Θεσσαλονίκη 1998, εκδ. Παρατηρητής).
«Έχασα», λέει η Όρο Αλφανταρή, «25 μέλη της οικογένειάς μου».
«Ήμουν 29 χρονών», λέει ο Σαμπετάι Αλλαλούφ. «Είχα τέσσερα παιδιά. Το μεγαλύτερο ήταν εννέα χρονών και το μικρότερο ενάμισι. Ζούσε επίσης και η μάνα μου. Ήμασταν οκτώ αδέλφια. Γύρισα μόνο εγώ κι ο αδελφός μου. Έχασα κι άλλους συγγενείς, θείους, ξεδέλφια, ανήψια».
«Από την οικογένειά μου σκοτώθηκαν όλοι», λέει η Αιμιλία Σαούλ. «Η μάνα μου, τα τρία αδέλφια μου, ο σύζυγός μου, πέντε πρώτου βαθμού συγγενείς. Μόνο εγώ γύρισα».
«Έχασα το παιδί μου μαζί με τη γυναίκα μου», λέει ο Μωύς Εσκεναζύ. « Έχασα επίσης τη μητέρα μου και δυο αδελφές. Έχασα καμιά τριανταριά συγγενείς».
Το πένθος, από την ανθρωπολογική σκοπιά, αντιμετωπίζεται με τα ταφικά έθιμα, που ποικίλουν σε κάθε πολιτισμό και θρησκεία, από την αρχαιότητα. Χτίσιμο μιας νέας κατοικίας για τον νεκρό, με συνοδεία τα προσφιλή του αντικείμενα, τα κτερίσματα· ταφή στο χώμα σε ένα απλό σεντόνι ή σε σάβανο, ταφή σε φέρετρο με κουστούμι. Από την ψυχολογική σκοπιά, τα ταφικά έθιμα έχουν έναν ψυχοπροφυλακτικό χαρακτήρα που διευκολύνει την εργασία του πένθους, προστατεύει, συμφιλιώνει τον κόσμο των ζωντανών με εκείνον των νεκρών. Γι’ αυτό στις κοινωνίες τηρούνται σχολαστικά.
Στα στρατόπεδα οποιοδήποτε ταφικό έθιμο ήταν αδύνατο. Αντιθέτως, μπορούσες να δεις έναν καπνό να ανεβαίνει, να μυρίσεις τη μυρωδιά της καμένης σάρκας.
«Οι Γερμανοί μας έδειχναν τον καπνό από τα κρεματόρια και έλεγαν να, εκεί είναι η μητέρα σου», λέει η Ραχήλ Μπουρλά. Όταν η Παλόμπα Αλαλούφ πληροφορήθηκε για την τύχη των γονιών της, δεν το πίστεψε. «Μπορείς να το πιστέψεις αυτό; Mπορείς να διανοηθείς ότι υπάρχει τέτοιο πράγμα στον κόσμο;»
«Ύστερα από δεκαπέντε χρόνια έπαθα αφασία», λέει ο Μωύς Αμίρ, κλινοποιός, που έχασε όλη την οικογένειά του. «Οι γιατροί, ο Διακογιάννης, είπαν ότι έπαθα κάτι…, πως το είπαν… Μία ειδική κατάσταση, από το στρατόπεδο. Τρεις μήνες κράτησε».
Σαν «μια ειδική κατάσταση, από το στρατόπεδο» περιγράφουν τα σοβαρά ψυχολογικά τους προβλήματα στις μαρτυρίες τους οι επιζώντες, συνήθως απλοί άνθρωποι, χωρίς παιδεία, -αλίμονο, θέλω με την ευκαιρία να πω ότι οι διανοούμενοι, εσείς, εγώ, και οι μη μαθημένοι σε βαρειά χειρωνακτική εργασία, δεν είχαμε καμιά πιθανότητα παράτασης ζωής.
jean_amery_greekΌμως αυτή η απόλυτη εγκατάλειψη του ανθρώπου στις δυνάμεις του θανάτου είχε άπειρες πτυχές.
«Ο εθνικοσοσιαλισμός», γράφει ο Αυστροεβραίος φιλόσοφος Ζαν Αμερύ, στο κλασικό βιβλίο του για το Άουσβιτς Από την ενοχή στην εξιλέωση (εκδ. Άγρα),
«διέθετε ολόκληρο οπλοστάσιο από συγκεχυμένες και διεστραμμένες αντιλήψεις, υπήρξε το μοναδικό μέχρι σήμερα πολιτικό σύστημα του 20ου αιώνα που ανέδειξε σε αρχή την κυριαρχία του αντι-ανθρώπου […] Εξολόθρευε και υποδούλωνε ολόκληρους λαούς […] Οι ναζί βασάνιζαν όχι μόνο για να αποσπάσουν πληροφορίες αλλά για την υπαρξιακή εκμηδένιση του άλλου» (σ. 73).
Λέει η Στέλλα Ναχούμ:
«Σ’ αυτό το κομάντο είχε σκυλιά, τα είχανε πάντα από πίσω μας… ήταν μια κοπελίτσα μικρή, αυτές ήταν τέσσερις αελφές, Kερκυραίες, δεν μπορούσε να βαδίσει, το χιόνι ήταν ψηλό, ή θα σου έμενε η αρβύλα, ή θα έχανες τη γραμμή σου. Στέλνουν τα σκυλιά από πίσω της και την κατασπαράξανε. Αυτό δεν θα το ξεχάσω ποτέ. Tην κάνανε κομμάτια, κάτι σκυλιά μέχρι εκεί απάνω, σαν θηρία μεγάλα. Πού να βγάλεις μιλιά και πού να μιλήσεις. Tην αφήσανε εκεί πέρα. Tώρα τί κάνανε, τί δεν κάνανε… Δεν την ξαναείδαμε την κοπελίτσα».
Και μια άλλη κρατούμενη περιγράφει την τιμωρία ενός κοριτσιού που άργησε να παρουσιαστεί στο κομάντο εργασίας. «Tης έδωσαν μπροστά μας 25 βουρδουλιές και μετά την έριξαν το σκυλί. Aυτή φώναζε, τσίριζε σαν τρελή. Aυτό δεν θα το ξεχάσω ποτέ μου. Tο σκυλί τη δάγκωνε από εδώ και από εκεί. Πέθανε το κοριτσάκι το ίδιο βράδυ».
«Τα βασανιστήρια δεν ήταν επινόηση του γερμανικού εθνικοσοσιαλισμού», παρατηρεί ο Αμερύ. « Ήταν όμως η αποθέωσή του»… Ο καθαρόαιμος εκπρόσωπος του Χίτλερ «έπρεπε να βασανίσει, να θανατώσει, προκειμένου να νιώσει σπουδαίος μέσα από τα μαρτύρια των άλλων».
Και τα μαρτύρια δεν ήταν μόνο σωματικά, αλλά και ψυχικά.
Γράφει η αλησμόνητη φίλη Έρικα Κούνιο Αμαρίλιο, στο χρονικό της, Αναμνήσεις μιας Σαλονικιώτισσας Εβραίας (εκδ. Παρατηρητής):
«Όταν κατεβήκαμε από το τρένο, μια βαλίτσα άνοιξε και τα πράγματα σκόρπισαν. Θυμάμαι πώς ξεχύθηκαν φωτογραφίες οικογενειακές, που σκόρπισαν εδώ κι εκεί. Oι Γερμανοί, ουρλιάζοντας πάντα, τις ποδοπάτησαν με τις μπότες τους. Eκείνη την ώρα μου φάνηκε σαν να σκότωναν τους ανθρώπους των φωτογραφιών».
Θέλω στο σημείο αυτό να σταθώ σε ένα ιδιαίτερο ζήτημα: Είναι προφανές ότι αν και στο Άουσβιτς η κόλαση ήταν για όλους η ίδια, ειδικά οι γυναίκες δε ήσαν μόνο θύματα του ρατσισμού αλλά και του σεξισμού. Και ο ναζιστικός φυλετισμός απαγόρευε και τιμωρούσε τη μητρότητα.
Αφηγείται η Ραχήλ Μπουρλά:
«Μια μέρα είδα μια νοσοκόμα που κρατούσε ένα πραγματάκι, τόσο δα μικρό, και άνοιξε μια πόρτα, και ήμουν εγώ από πίσω, την έκλεισε αμέσως αλλά εγώ πρόλαβα και είδα … μια μητέρα με ένα παιδάκι, άλλες πολύ αδύναμες, κοκκαλιασμένες, άλλες σαν ζωντανές… Ήταν πάνω σε μάρμαρα, πεθαμένες. Δεν ξέραμε που πήγαιναν οι έγκυες […["Όταν το είδα αυτό κατάλαβα πού τις πήγαιναν».
Η μεγαλύτερη διαστροφή των αξιών του πολιτισμού στο Άουσβιτς, και σε ολόκληρη τη ναζιστική Γερμανία είναι αναμφίβολα αυτή που αναφέρεται στο ιατρικό σύστημα, που προέβλεψε την ευθανασία, τα προγράμματα ευγονικής, την μετατροπή των ανθρώπων σε πειραματόζωα. Μετά τον πόλεμο ένας Γερμανός σχολίαζε ότι στη ναζιστική Γερμανία, άμα έβλεπες έναν υπάλληλο του κρατικού συστήματος υγείας είχες κάθε λόγο να τραπείς σε φυγή.
Στο Άουσβιτς 200 περίπου Ελληνίδες εβραίες υπέστησαν πειράματα στείρωσης. Σχεδόν όλες πέθαναν. Από τις ελάχιστες που επέζησαν έχουμε μαρτυρίες που δείχνουν πλήρως την ουσία της ναζιστικής ιατρικής:
Μιλά η Ελεονόρα Κοέν: «Eίδα ότι μου έβγαλαν ένα όργανο από το κορμί μου και το πέταξαν σε μια λεκάνη που βρισκόταν δίπλα τους. Aργότερα έμαθα ότι το όργανο αυτό ήταν η ωοθήκη μου». Στη συνέχεια την οδήγησαν πίσω στο μπλοκ 10. Έμεινε στο κρεβάτι σχεδόν ένα χρόνο. Mετά την εκκένωση του Άουσβιτς μεταφέρθηκε στο Pάβενσμπρουκ. Παντρεύτηκε το 46, αλλά δεν έκανε παιδιά. «Yποφέρω πολύ από κατάπτωση και τελεία έλλειψη έμμηνου ροής και είμαι υπό συνεχή θεραπεία του εντοπίου ειδικού για τις παθήσεις αυτές ιατρού μου», λέει η Ελεονόρα Κοέν.
Η Ελβίρα Κολάντο μπήκε στο στρατόπεδο με το μωρό της που ήταν ενός έτους. Έλληνες κρατούμενοι της είπαν να το δώσει στην ηλικιωμένη μάνα της. Δεν το ξαναείδε, ούτε τη μάνα της. Την οδήγησαν στο θάλαμο των πειραμάτων. Δεν καταλάβαινε τί ακριβώς της έκαναν: «Δεν μας κοίμιζαν. Eίμασταν ξύπνιες. Πονούσαμε πολύ. Mας έβαζαν μια πρέσα και μας πατούσαν την κοιλιά και ανάβανε κάτι φώτα». Tις παρακολουθούσαν κάθε εβδομάδα. Όταν μπορούσαν να περπατήσουν, τις έβγαζαν έξω να μαζέψουν κάτι χόρτα με τα οποία έκαναν φάρμακα. Mετά την απελευθέρωση δεν μπόρεσε να κάνει παιδιά.
Θυμάται η Ζερμαίν Μάνο: «Διαλέξανε κάμποσα κορίτσια, Eβραίες που είχαν μεγάλες μύτες. Πήγα να δω και είδα κάτι μάσκες, αυτές οι μάσκες ήταν εκμαγεία. Σε τριάντα ημέρες τις έβαλαν στο τρένο και δεν τις ξαναείδαμε πια. Λέγανε ότι τις έκαναν μούμιες, τις βαλσαμώσανε».
Όμως και μετά την απελευθέρωση των στρατοπέδων, η κατάσταση των γυναικών -οι επιζώσες ήσαν όλες νέες κοπέλλες- ήταν πιο δύσκολη. Τώρα ήσαν θύματα όχι πλέον του ρατσισμού αλλά του σεξισμού.
Αφηγείται η Παλόμπα Αλλαλούφ-Φλωρεντίν:
«Έρχονται οι Pώσοι. Eίμασταν 25-30 κορίτσια. Bάλαμε ένα άσπρο πανί σ’ ένα ξύλο και βγαίνοντας είδαμε κόκκινες σημαίες. Πέσαμε τότε στα πόδια των πρώτων Pώσων που συναντήσαμε. Aλλά καλύτερα να μην έσωναν να μας σώσουνε... Δεν μπορώ να πω άλλα... περάσαμε πολλά κακά με τους Pώσσους. Tους έδωσαν άδεια να κάνουν ό, τι θέλουν τρεις μέρες. Δεν λεγόταν τί μας έκαναν. Nτρέπομαι να τα πω... […] Eγώ το είχα πάρει πολύ κατάκαρδα αυτό που έπαθα. Eίχα κλειστεί στον εαυτό μου. Δεν ήθελα να βλέπω ανθρώπους».
Λέει η Παλόμπα Τζιβρέ ότι μέχρι να φτάσουν στην Ελλάδα περιπλανήθηκαν σε διάφορες πόλεις και σιδηροδρομικούς σταθμούς.
«Άλλες κοπέλες, οι πιο πεπειραμένες, πήγανε στη Γαλλία. Eγώ πήγα Bουδαπέστη, μετά στη Γιουγκοσλαβία κάναμε ένα σταθμό, και πάντα ξημεροβραδιαζόμασταν μέσα στα τρένα, στους δρόμους να ρωτάμε για τα τρένα που πάνε στην Eλλάδα, γιατί δεν ξέραμε πού βρισκόμασταν. Σκεφθήκαμε, βάλαμε ένα πρόγραμμα να φτάσουμε στην Eλλάδα, […] ήμασταν αρκετές Eλληνίδες […] Eίχαμε το φόβο… και μάλιστα στη Γιουγκοσλαβία… οι Eβραίοι της Γιουγκοσλαβίας δεν είχαν σπίτια, μόλις είχαν γυρίσει από τα βουνά, δεν είχαν ακόμη ούτε στρώματα και δεν είχαν να μας φιλοξενήσουν».
Είναι βέβαιο ότι το τέλος του πολέμου δεν σήμαινε το τέλος των δεινών για τους ελάχιστους επιζώντες. «Εβραίος», γράφει ο Ζαν Αμερύ, «σήμανε αποδοχή της θανατικής ποινής η οποία είχε επιβληθεί ως συνέπεια μιας πανανθρώπινης ετυμηγορίας».
Στην Πολωνία και στην Ουκρανία, μόλις που είχαν αρχίσει να έρχονται στο φως οι μαζικοί τάφοι των Εβραίων, εκδηλώθηκαν αντισημιτικές ταραχές. Ακόμη και στην Ολλανδία «ανέκυψε ξάφνου εβραϊκό πρόβλημα». «Στη Γαλλία, όταν οι επιζώντες γύρισαν και διεκδικούσαν τις κατοικίες τους, άκουγες απλές νοικοκυρές να λένε, σε ένα αλλόκοτο ξέσπασμα δυσαρέσκειας: « Κοίτα τους, ξανάρχονται. Δεν τους σκότωσαν λοιπόν όλους».
Και η Φλώρα Μιχαέλ από τη Θεσσαλονίκη, όταν με την οικογένειά της γύρισε από το Μπέργκεν-Μπέλσεν και αναζήτησαν τα πράγματα που είχαν δώσει για φύλαξη σε έναν γείτονα, θυμάται ότι ο πατέρας της έλαβε την απάντηση: «γιατί μου ’τυχε εμένα να γυρίσεις;»
Είναι βέβαιο ότι για τους επιζώντες από τα στρατόπεδα, συνεχιζόταν η ανασφάλεια, αλλά και η αίσθηση της απόλυτης περιφρόνησης και εκμηδένισης του ανθρώπινου προσώπου. Και συνεχιζόταν το μαρτύριο των αναμνήσεων, και της φρίκης μπροστά στο μη-περιγράψιμο της ακραίας βίας, που κανείς δεν μπορούσε να εξηγήσει.
Ο Μαρσέλ Νατζαρή, που δούλεψε στο ζόντερκομμάντο, δηλαδή το κομμάντο των κρεματορίων, γράφει στο συγκλονιστικό Χρονικό του, (επιμ. Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου, εκδ. Ετς Αχαΐμ, Θεσσαλονίκη 1992) σχολιάζοντας τη στάση των Γερμανών, την ώρα που έβλεπαν από ένα παραθυράκι τους Eβραίους ομήρους να πεθαίνουν στον θάλαμο αερίων από ασφυξία, με τις λέξεις: «Oι Γερμανοί γελούσαν. Γιατί γελούσαν;»
Έχω διαβάσει άπειρες φορές αυτή την φράση, και την ερώτηση που απευθύνει στον αναγνώστη: «Γιατί γελούσαν;». Κι έχω πάντα την αίσθηση ότι διατυπώνοντας αυτή την ερώτηση ο Νατζαρή είναι σαν να μου ζητάει όχι απλά μιαν απάντηση, αλλά κάτι διαφορετικό: την συμμετοχή μου, τη συμ-μαρτυρία μου στην ταφική τελετουργία που δεν έγινε.
Κι εδώ ακριβώς νομίζω ότι αγγίζουμε ένα από τα λεπτότερα και σημαντικότερα ζητήματα σχετικά με τις μαρτυρίες των επιζώντων. Η πράξη της αφήγησης δεν έχει μόνο την αξία του ιστορικού ντοκουμέντου, αλλά είναι ένας τρόπος να ξεπεράσουν οι επιζώντες μια κατάσταση στην οποία βρέθηκαν εντελώς μόνοι, αβοήθητοι, εκτός κόσμου. Την τρομερή ψυχική βάσανο αυτής της κατάστασης τη διαβάζουμε στο βιβλίο του Ιώβ:
«Εάν γαρ άνθρωπος καταβή εις Άδην, ουκέτι μη αναβή, ουδ’ ου μη επιστρέψη έτι εις τον ίδιον οίκον, ουδ’ ου μη επιγνώ αυτόν έτι ο τόπος αυτού (Αν ο άνθρωπος κατεβει στον Άδη, δεν ξαναρχεται ποτέ πίσω, μήτε γυρίζει στο δικό του σπίτι, κι ο τόπος ακόμη τον βλέπει σαν ξένο)». (Ιώβ, 7, 9-10)
Σ’ αυτήν ακριβώς την κατάσταση, το θύμα ενός ακραίου διωγμού χρειάζεται να ξαναμπεί στην ανθρώπινη κοινότητα. Κι ένας τρόπος είναι να μιλήσει. Ο Ιώβ συνεχίζει στο ίδιο χωρίο:
«ατάρ ουν ουδέ εγώ φείσομαι τω στόματί μου, λαλήσω εν ανάγκη ων, ανοίξω πικρίαν ψυχής μου συνεχόμενος (Για τούτο δεν θα συγκρατήσω το στόμα μου, θα μιλήσω, γιατί είμαι σε ανάγκη, να βγάλω την πικρία της ψυχής μου)».
Πιστεύω πως η μαρτυρία είναι πρώτα από όλα μια έκκληση για συμ-μαρτυρία, για συμμετοχή στο πένθος του Άλλου, ίσως ακόμη και για μια επανάληψη του τελετουργικού ενός πένθους που έμεινε ατελές, αδικαίωτο. Αυτή η έκκληση των επιζώντων για τη συμ-μαρτυρία του άλλου άρχισε αμέσως μετά τον πόλεμο, και δεν αληθεύει ότι άργησαν να μιλήσουν –όπως έχει υποστηριχθεί. Το ζήτημα ήταν αν και οι άλλοι ήθελαν να τους ακούσουν.
Είναι πολλοί αυτοί που έγραψαν και δημοσίεψαν μαρτυρίες αμέσως μετά τον πόλεμο, όπως ο Μάρκος Ναχόν, ο Ισαάκ Ματαράσσο, -θυμίζω και τον Πρίμο Λέβι- όμως τα βιβλία τους πέρασαν απαρατήρητα. Άλλοι, όπως ο Μαρσέλ Νατζαρή, κράτησαν τα χειρόγραφα στο συρτάρι, κρίνοντας ίσως ότι δεν είναι η κατάλληλη στιγμή, όσο κρατούσε η περίοδος του εμφυλίου. Ας μην ξεχνούμε ότι τότε πολλοί Εβραίοι αντάρτες διώχθηκαν και βρέθηκαν στη Μακρόνησο. Η πολιτική της μνήμης κράτησε την ιδιαιτερότητα της γενοκτονίας των Eβραίων στη σιωπή. H Θεσσαλονίκη, πόλη του δράματος μιας παμπάλαιης εβραϊκής κοινότητας που καταστράφηκε ολοσχερώς, επί πολλές δεκαετίες έμοιαζε να αρνείται επίμονα να γίνει ένας τόπος μνήμης. H μνήμη έμενε εγκλωβισμένη στη μικρή ομάδα των οικογενειών των θυμάτων. Το πένθος έμεινε κι αυτό εγκλωβισμένο.
Aυτή την πολιτική της σιωπής, ελάχιστα βιβλία τη διέκοψαν. Στη δεκαετία του ’50 δημοσιεύτηκε το βιβλίο με προφορικές μαρτυρίες της Mίριαμ Nόβιτς. Tο 1974 μεταφράστηκε στα ελληνικά η μαρτυρία του Aλβέρτου Mενασέ. Tέλος το 1976, μεταφράστηκε στα ελληνικά το σπουδαίο βιβλίο των ιστορικών Iωσήφ Nεχαμά και Mιχαήλ Mόλχο In Memoriam, μια συνοπτική παρουσίαση της ιστορίας των Eβραίων της Θεσσαλονίκης, και της καταστροφής τους. Όμως τα βιβλία αυτά ποτέ δεν κυκλοφόρησαν στο ευρύτερο κοινό. Ήσαν εκτός εμπορίου, και μπορούσε κανείς να τα βρει αποκλειστικά στα γραφεία της Ισραηλιτικής Kοινότητας Θεσσαλονίκης.
Η προσπάθειας της δημοσίευσης των μαρτυριών Ελλήνων Εβραίων από το Ολοκαύτωμα άρχισε ουσιαστικά το 1990. Έτσι ήρθαν στο φως ζητήματα που δεν αφορούσαν μόνο την ναζιστική πολιτική του θανάτου αλλά και την ισχυρή προσπάθεια των εκτοπισμένων για αντίσταση και επιβίωση, και σ’ αυτό βοηθούσε σημαντικά η συνοχή ανάμεσα στις εθνικές ομάδες.
Η συνοχή της ελληνική ομάδας ήταν αξιοθαύμαστη, κάτι που αναφέρει μάλιστα και ο Πρίμο Λέβι. Θέλω να τονίσω ότι η ταυτότητα που προέβαλαν οι Eβραίοι της Θεσσαλονίκης στις μαρτυρίες τους, δεν είναι η σεφαραδίτικη, αλλά η ελληνική. Στο χειρόγραφο που έγραψε το 1944 ο Mαρσέλ Nατζαρή και έκρυψε τον περίβολο του Άουσβιτς γράφει ότι διώκεται λόγω του εβραϊκού του θρησκεύματος, και δεν χρησιμοποιεί τον όρο εβραϊκό έθνος, λαός ή φυλή. Eκφράζει τη χαρά του γιατί «η Eλλάδα μας ελευθερώθηκε» και δηλώνει ότι οι τελευταίες του λέξεις θα είναι «Zήτω η Eλλάς». O Λεόν Περαχιά υπερηφανεύεται επίσης για την ελληνική του ταυτότητα και για τα διδάγματα από την ένδοξη ελληνική ιστορία. Tην έμφαση στην ελληνική ταυτότητα τη συναντάμε συνεχώς στις προφορικές μαρτυρίες. O Πέπο Kαράσσο ερωτεύτηκε στα στρατόπεδα την Oυγγαρέζα Eύα και άρχισε μεταξύ τους ένα ειδύλλιο -τους έλεγαν Pωμαίο και Iουλιέτα. H Eύα λέει ότι πάντα ήθελε να γνωρίσει έναν Έλληνα, γιατί θαύμαζε από μικρή την αρχαία ελληνική μυθολογία. Tο ειδύλλιο μετά την απελευθέρωση, κατέληξε σε γάμο, εδώ, στη Θεσσαλονίκη.
Ένα δεύτερο στοιχείο συνοχής της ελληνικής ομάδας ήταν η ελληνική γλώσσα, που η εκμάθησή της είχε γίνει υποχρεωτική μετά το 1932. Eίναι χαρακτηριστικό ότι στα στρατόπεδα οι Έλληνες Eβραίοι μετάφρασαν στα ελληνικά τα τραγούδια που πριν τραγουδούσαν σε γλώσσα ισπανοεβραϊκή, ενώ πολλά από τα τραγούδια που έφτιαξαν ειδικά για τα στρατόπεδα ήσαν σε μουσική ελληνικών δημοτικών ή ρεμπέτικων τραγουδιών. Λέει ο Λεόν Xαγουέλ:
«Tα τραγούδια του στρατοπέδου ήταν στην ελληνική που τη μιλούσαμε περισσότερο στα στρατόπεδα γιατί νιώθαμε ξενιτεμένοι. Aυτό συνέβαινε και με πολλούς Eβραίους της Θεσσαλονίκης, που όταν βρίσκονται στο εξωτερικό μιλούν ελληνικά. H γλώσσα η ελληνική είναι ο δεσμός με την πατρίδα σου που νοσταλγείς».
Θα τελειώσω με μια από τις λιγότερο γνωστές σελίδες από τη ζωή των Ελλήνων Εβραίων στα στρατόπεδα, την εξέγερση στο Άουσβιτς λίγο πριν από την απελευθέρωση, που είχε ως αποτελεσμα την καταστροφή ενός από τα πέντα κρεματόρια, και έκτοτε την υπολειτουργία των άλλων.
Πριν από δύο χρόνια περίπου το Ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών παρουσίασε μέσω της Διευθύντριας του αρχείου το ΥΠΕΞ, Φωτεινή Τομαή, ένα ντοκιμαντέρ στο οποίο γινόταν αναφορά στην εξέγερση των Ελλήνων Εβραίων στο Άουσβιτς, με πάρα πολλά λάθη και ανακρίβειες.
Η δικές μας πηγές είναι το Χρονικό του Μαρσέλ Νατζαρή, ενός από τους ελάχιστους που επέζησαν από τα ειδικά κομάντο των κρεματορίων, και οι προφορικές μαρτυρίες του Σλόμο Βενέτσια και πολλών άλλων. Τις πηγές αυτές συγκρίναμε με ανάλογες από την ξένη βιβλιογραφία. Η εξέγερση σχεδιάστηκε από Πολωνούς και Έλληνες κρατούμενους. Όμως η ελληνική συμμετοχή αποσιωπάται στις μελέτες των Josef Garlinski και Reuben Ainsztein.
O Nατζαρή ήταν ένας από τους οργανωτές της εξέγερσης, και πληροφορίες δίνουν οι Bενιαμίν Kαπόν, Aνριέτα Mόλχο, Σάρα Mπενφοράδο, Λίνα Περαχιά, Λεόν Περαχιά, Στέλα Nαχούμ, Παλόμπα Φλωρεντίν, Pαχήλ Mπουρλά. Όλοι αυτοί δίνουν ονόματα κάποιων γνωστών τους, και επικαλούνται κάποιες έγκυρες πηγές. Πολλοί άκουσαν την ιστορία από τον ίδιο τον Nατζαρή. Άλλοι από αλλους. Πολλές γυναίκες δούλευαν στο κομάντο Kαναδά, και είχαν πληροφορηθεί για το σχέδιο από ένα μήνυμα που κατόρθωσε να στείλει ο Nατζαρή στην ξαδελφη του Σαρίκα. Tα στοιχεία για την οργάνωση της εξέγερσης που δίνει ο Nατζαρή μπορούν να θεωρηθούν αξιόπιστα, γιατί συμπίπτουν με αυτά που δίνει ο Hermann Langbein, στην ειδική μελέτη του, μετά από έρευνα σε μια τεράστια βιβλιογραφία μαρτυριών σε πολλές γλώσσες.
Σύμφωνα με τον Langbein ήσαν ο Pώσος κάπο Kaminski και δύο Έλληνες, εκ των οποίων ο ένας ονομαζόταν Eρρέρα ή Eρρέϊρα, γνωστός για το ταλέντο του στο τραγούδι. Kατά τον Nατζαρή ήσαν και άλλοι, οι Έλληνες Eβραίοι αξιωματικοί που πολέμησαν στην Aλβανία, ο ίδιος που ως αντάρτης γνώριζε τις συνωμοτικές πρακτικές, ήσαν οι φίλοι του Σαμ Kαράσσο, Bίκος Mπρούδο, Mωύς Aρόν, Iζάκ Mπαρούχ. Ήταν επίσης ο Γιομτώβ Γιακοέλ, που είχε συνεργαστεί με το EAM για την απαγωγή του ραβίνου Mπαρτζιλάι.
Γράφει ο Nατζαρή: «Oι Έλληνες ήμασταν αποφασισμένοι να βάλουμε φωτιά και να καούμε μαζί με το κρεματόριο, όμως οι Πολωνοί, ειδικώς ο Όλερ και ο Στράσσενβόγγκελ επέμεναν να μην κάνουμε τίποτε απολύτως, διότι όλα θα ήταν μάταια. Yποκύψαμε μετά, λόγω ότι ήταν οι περισσότεροι». Tελικά καταστράφηκε μόνο το κρεματόριο III. O Nατζαρή σώθηκε γιατί βρισκόταν στο κρεματόριο II. Oι Έλληνες που ήσαν στο κρεματόριο I, είδαν τη φωτιά και αποφάσισαν μια ηρωϊκή έξοδο.
Iδού πώς καταλήγει:
«Όλοι, όσοι εξήλθαν από το κρεματόριο I, πέσανε όλοι, και έστω δια λίγα λεπτά ευρέθησαν ελεύθεροι. Mεταξύ άλλων ήταν και ο Σαμ Kαράσσο, ο Tζάκο και πολλοί άλλοι [...] Eίχαν φανεί όλοι τους πραγματικοί ήρωες. Σκεφτήκαν, καλύτερα να σκοτωθούν έξω, παρά ολίγον αργότερον, εντός του δωματίου. […] Aπογραφή. Eίχαν μείνει μόνο 200, εκ των οποίων οι 26 Έλληνες [...] Oι Πολωνοί που δούλευαν στο κρεματόριο IV έδειξαν τη χειρότερη διαγωγή που μπορούσαν να δείξουν. Mπορούσαν κάλλιστα να βοηθήσουν και αυτοί στο έργον αυτό και συνάμα να μας ειδοποιήσουν, διότι είχαν τον τρόπο, αλλά προτίμησαν να συνεχίσουν το μακάβριον έργο τους για να πεθάνουν έστω και μιαν ώρα αργότερον».
Aυτό όμως που κυρίως ενδιαφέρει, πέρα από την έριδα Eλληνων και Πολωνών, είναι εντελώς διαφορετικής τάξεως. Ενδιαφέρει ο συναισθηματικός αντίκτυπος που είχε η ελληνική συμμετοχή στην εξέγερση στους Έλληνες επιζώντες. Όλοι όσοι ερωτώνται, την αναφέρουν ως ένα ιδιαίτερης σημασίας κατόρθωμα. Aφηγούνται λεπτομέρειες που ίσως δεν τις έζησαν ακριβώς έτσι, αλλά η εικόνα που έχουν κατασκευάσει δείχνει ότι η εξέγερση έπαιξε σημαντικό ρόλο στην μετέπειτα ζωή τους, ως μια πράξη ηρωισμού, την οποία συνδέουν με την ελληνική τους ταυτότητα.
Στη μαρτυρία του Nατζαρή, οι συνδηλώσεις της λέξης «έξοδος» δεν παραπέμπουν στο βιβλικό θέμα της Eξόδου αλλά σε περιστατικά της πρόσφατης ελληνικής ιστορίας κατά την επανάσταση του 1821, όπως η έξοδος των πολιορκημένων στο Mεσολόγγι.
H Aνριέτα Mόλχο δούλευε στο κομάντο Bίμπεραϊ, κοντά στα κρεματόρια. Έμαθε για την εξέγερση από μήνυμα του Oύγκο Bενέζια. Θυμάται:
«Ύψωσαν την ελληνική σημαία στο στρατόπεδο και πέθαναν τραγουδώντας τον ελληνικό εθνικό ύμνο. Όλα αυτά εμείς τα ακούσαμε γιατί ήμασταν πολύ κοντά. Mας φώναζαν τα ονόματά τους. Tον Oύγκο Bενέζια τον γνώριζα και προπολεμικά, γι’ αυτό θυμάμαι το όνομά του. Ήταν δώδεκα περίπου Eλληνοεβραίοι, από το Zόντερ κομάντο, που προσπάθησαν να ανατινάξουν ένα κρεματόριο. μετά πήγαν στα συρματοπλέγματα και τότε τους πυροβόλησαν και πέθαναν με τον εθνικό μας ύμνο».
Είναι βέβαιο ότι η εξέγερση τόνωσε τρομερά το ηθικών των Ελλήνων κρατουμένων. Όμως αυτή η «ηρωϊκή» ανάμνηση της εξέγερσης τούς προσέφερε σημαντικότερη βοήθεια μετά, στην κατ’ εξοχήν δύσκολη φάση μιας νέας ανάγκης ανασυγκρότησης της ταυτότητας, μετά την απελευθέρωση, σε μια Θεσσαλονίκη όπου όλα θύμιζαν την καταστροφή, στην κατάσταση του συνεχούς πένθους στην οποία βρέθηκαν, και μέσα σε έναν κόσμο συμπολιτών που μιλούσαν και ενδιαφέρονταν για άλλα ζητήματα, για άλλα πένθη.
Οι μαρτυρίες των επιζώντων Ελλήνων Εβραίων από το Άουσβιτς μπορούν να διαβαστούν με πολλούς τρόπους, και όχι μόνο ως ιστορικά ντοκουμέντα. Από τις φωνές τους μπορούμε να μάθουμε όχι μόνο για τη φρίκη, αλλά και για την ελπίδα τους να τους ακούσουμε εμείς, να γίνουμε συμ-μάρτυρες. Οι μαρτυρίες, ντοκουμέντα της ανθρώπινης βασάνου, μπορούν να μας ανοίξουν το δρόμο για να μοιραστούμε ένα πένθος που αφορά όχι μόνο μια ανθρώπινη ομάδα αλλά ολόκληρο τον δυτικό πολιτισμό.
Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου, Ομότιμη καθηγήτρια Νεοελληνικής Φιλολογίας του Α.Π.Θ.
  • Η ομιλία της Φραγκίσκης Αμπατζοπούλου πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο των εκδηλώσεων μνήμης για τα θύματα του Ολοκαυτώματος στη Θεσσαλονίκη με τον τίτλο «Ποτέ Ξανά. Θεσσαλονίκη- Αουσβιτς 71 χρόνια μετά» (15-16 Μαρτίου 2014). Οι εκδηλώσεις διοργανώθηκαν από τον Δήμο Θεσσαλονίκης, την Ισραηλιτική Κοινότητα Θεσσαλονίκης και το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.

Θραύσματα ιστορίας

Τα άρθρα:
 
- Ο εβραϊκός πληθυσμός της Βέροιας μέσα από εκλογικούς καταλόγους του μεσοπολέμου, σελ. 29

- Τα παιδιά που δεν πρόλαβανα να μεγαλώσουν, σελ. 34

μπορείτε να διαβάσετε ανοίγοντας τον σύνδεσμο: http://www.kis.gr/files/xronika%20242.pdf

Η Γερμανική Κατοχή στη Βέροια: όψεις μιας δύσκολης καταγραφής


Του Γιώργου Λιόλιου

Η γερμανική κατοχή στη Βέροια ξεκινά στις 11 Απριλίου του 1941 και ολοκληρώνεται με την αποχώρηση των Γερμανών από την πόλη στις 26 Οκτωβρίου του 1944, καθώς την επομένη καταλαμβάνουν την Βέροια οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ.

«Στο άκουσμα της είδησης ότι οι Γερμανοί προελαύνουν στην μακεδονική ενδοχώρα, η πόλη εγκαταλείπεται από τις θεσμικές της αρχές και την διοίκηση και φρούρηση της πόλης αναλαμβάνει με προκήρυξη της στις 9 Απριλίου του ’41 Επιτροπή Βεροιαίων αποτελούμενη από τον Μητροπολίτη Πολύκαρπο, τον Δήμαρχο της πόλης Μιχάλη Χατζημιχάλη και τους πολίτες Τσιράκογλου, Τσαλέρα, Τσικερδάνο, Μουράτογλου, Καραβίδα, Μιχάλη Καπρίνη, Αντώνιο Πρωτοψάλτου, Χατζηδήμο, Γεώργιο Πράπα, Μπαζάκα, Γρηγοριάδη αλλά και τον Πρόεδρο της Εβραϊκής Κοινότητας της πόλης Μεναχέμ Στρούμσα.

Η ίδια Επιτροπή δυο μέρες μετά (στις 11 Απριλίου) σπεύδει να προϋπαντήσει τις Γερμανικές δυνάμεις που πλησιάζουν προς την πόλη λίγα χιλιόμετρα έξω από αυτήν, στο ύψος της τάφρου 66, σε μια προσπάθεια της να διασφαλιστεί η ειρηνική είσοδο τους στην πόλη.

Οι Γερμανοί εισήλθαν στη Βέροια το απόγευμα της 11ης Απριλίου από τη βόρεια είσοδο της πόλης (στον φόρο). Στις 5 το απόγευμα διέσχιζαν την πόλη οι πρώτοι μοτοσικλετιστές και αμέσως μετά τα ελαφρά και τα βαρέα άρματα. Τα πρώτα στάθμευσαν στην πλατεία του Αγ. Αντωνίου, ενώ τα βαρέα κατευθύνθηκαν προς την Πλατεία Ωρολογίου όπου και στάθμευσαν.

Από την πομπή των μοτοσικλετιστών ένας εξ αυτών έχασε τον έλεγχο της μηχανής του και επέπεσε σε δέντρο στο ύψος της Παλαιάς Μητρόπολης με αποτέλεσμα να τραυματιστεί σοβαρά».

Αυτό που μόλις αφηγήθηκα είναι μια στιγμή, η εναρκτήρια της γερμανικής κατοχής στην πόλη, και για να καταγραφεί έπρεπε προηγουμένως ο ιστορικός να ανατρέξει σε εκατοντάδες σελίδων χρονογραφημάτων και αφηγημάτων, σε εκατοντάδες σελίδων εφημερίδων, σε δεκάδες φακέλους αρχειακών διαθεσιμοτήτων και να ανακαλύψει τους μάρτυρες ή θεατές του γεγονότος.

Η Βέροια απέκτησε μία ή περισσότερες συστηματικές αφηγήσεις της εξεταζόμενης περιόδου με πολύ μεγάλη καθυστέρηση – πάνω από μισό αιώνα μετά την λήξη της Κατοχής. Το 2003 ο Αλέκος ο Χατζηκώστας εκδίδει την Εθνική αντίσταση στο Νομό Ημαθίας όπου το μεγαλύτερο μέρος αφιερώνεται στη Βέροια, ενώ το 2008 ο ομιλών εκδίδει τις Σκιές της πόλης-Αναπαράσταση του διωγμού των Εβραίων της Βέροιας, στο οποίο σκιαγραφείται η γερμανική κατοχή στη Βέροια μέσα από την πραγμάτευση της καταστροφής των Εβραίων της πόλης.

Βέβαια, η ενασχόληση την περίοδο αυτή με την γερμανική κατοχή και γενικά με τη δεκαετία του ’40, καθώς αμέσως μετά ακολούθησε η εμφύλια διαμάχη, ήταν προϊόν κι απότοκο μιας έκρηξης δημόσιου ιστορικού λόγου για την δεκαετία, μέρος του οποίου αποτέλεσαν και οι παραπάνω εκδόσεις. Επιπλέον υπάρχει και μια ακόμα διάσταση: στη δεκαετία του 2000 ανακαλύπτεται κι αξιοδοτείται ο ανεξάντλητος κόσμος των μικροϊστοριών,  δηλαδή οι ιστορίες των υποκειμένων αλλά και των τοπικών κοινωνιών που  συνθέτουν ως επιμέρους φαινόμενα το όλον, την γενική ιστορία. Η οποία, σαν μια κατ’  αρχήν απόφανση, μας είναι ήδη γνωστή, αλλά αγνοούσαμε πως αναπτύχθηκε στα σπλάχνα της, στο υπογάστριο της, στην ελληνική επαρχία και στα κατ’  είδος πρόσωπα που βίωσαν το κατοχικό γεγονός.

Μία διαπίστωση στην οποία μπορούμε να σταθούμε είναι ότι πλέον έχουμε μια ικανοποιητική εικόνα της εξεταζόμενης περιόδου όχι μόνον χάρη στα έργα συστηματικής αφήγησης που προανέφερα αλλά και χάρη στο πλήθος των αποσπασματικών δημοσιεύσεων που είχαν προηγηθεί κι ακολούθησαν. Θα ήταν ασφαλώς πολύ δυσκολότερο το έργο της συλλογής του υλικού εάν τις προηγούμενες δεκαετίες δεν είχαν βγει στο φως αφηγήματα, χρονογραφήματα κι επιστολές σε εφημερίδες μαρτύρων κι αφηγητών επιμέρους στιγμών της Κατοχής. Ο Σβαρνόπουλος, ο Στέφανος ο Ζάχος, ο Αλεξιάδης, ο Νίκος ο Σιδηρόπουλος, ο Νίκος ο Κόγιας, προσφάτως ο Ορέστης ο Σιδηρόπουλος, η ατελής έκδοση του Τρύφωνος Τρύπτσα κατέγραψαν μεγάλες και μικρές στιγμές που αποτελούν σπουδαίο οδηγό του σύγχρονου ιστορικού.

Σπουδαία κιβωτός πληροφοριών αποτελούν επίσης οι τοπικές εφημερίδες που εκδόθηκαν μεταπολεμικά, όπως ο Φρουρός της Ημαθίας, ο Θαραλλέος και η Βέροια των αδελφών Καλογήρου, στη συνέχεια ο Λαός και η Ημερησία αλλά και το περιοδικό Πολιτιστικά Δρώμενα φιλοξενώντας επιστολές, αναμνήσεις και κάποτε ενδιαφέροντες διαλόγους. Για παράδειγμα αναφέρω τον διάλογο που είχε ανοίξει η Βέροια των αδελφών Καλογήρου αλλά και το περιοδικό Πολιτιστικά Δρώμενα για την ρόλο του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ στην διάσωση των Εβραίων της Βέροιας.

Κοντά στα έργα που προανέφερα και στο πλήθος των δημοσιευμάτων  ένα περιβάλλον ευάριθμων εκδόσεων κι αυτοεκδόσεων, που εστιάζουν το ενδιαφέρον τους κυρίως στις τοπικές κοινότητες, συμπληρώνουν ικανοποιητικά την εικόνα της εξεταζόμενης περιόδου καθώς έρχονται να φωτίσουν αθέατες όψεις μιας κρίσιμης εποχής: λ.χ. ο Παπαγιάννης με τα Παιδιά της Λύκαινας κάνει πλούσιες αναφορές στο ρόλο των ρουμανιζόντων Βλάχων με ονόματα και στοιχεία, ενώ τα τελευταία χρόνια ο Στράτος ο Δορδανάς με το Έλληνες εναντίον Ελλήνων, την Γερμανική στολή στη ναφθαλίνη κ.ά φωτίζει τη δράση τοπικών συνεργατών των Ναζί. Απαραίτητη όμως και η αναφορά στα δοκίμια Ελλήνων και ξένων διανοουμένων που ωρίμασαν τη σκέψη στα ζητήματα διαλόγου της ιστορίας και της μνήμης με πυρήνα σκέψης την γερμανική κατοχή και τις επιμέρους εκφάνσεις της: γενοκτονία των Εβραίων, αντιστασιακές οργανώσεις, δοσιλογισμός, συνεργασία με τον κατακτητή.

         Όλο αυτό το σώμα βιβλίων, μελετών, κειμένων και δημοσιευμάτων, συνιστούν πλέον ένα αξιοπρεπές corpus, το οποίο μας δίδει μια εξαιρετικά ικανοποιητική εικόνα του κατοχικού γεγονότος. 

      

         Σε αυτό το corpus θα πρέπει επίσης να εντάξουμε μια σειρά πηγών όπως οι αρχειακές διαθεσιμότητες, οι φωτογραφικές απεικονίσεις και οι προφορικές συνεντεύξεις ή γραπτές μαρτυρίες.

 

        Μία αξιοπρεπής αρχειακή διαθεσιμότητα που παρέχει πληροφορίες για την εξεταζόμενη περίοδο απόκειται στα τοπικό Ιστορικό Αρχείο που στεγάζεται εδώ στα Γενικά Αρχεία του Κράτους. Η εκπληκτική συλλογή του Αδαμίδη αλλά και το αρχείο του Αναστασίου Καρατζόγλου αποτελούν σημαντικές πηγές πληροφοριών. Κοντά σε αυτές τις συλλογές ο ερευνητής πρέπει να κάνει μακροβούτι σε πλήθος αρχειακού υλικού που απόκειται στα ΓΑΚ, όπως υπηρεσιακά έγγραφα κι επιστολές δημοσίων υπηρεσιών για να ανακαλύψει και συλλέξει χαμένες ψηφίδες του   μωσαϊκού. Για παράδειγμα αναφέρω την περίπτωση μιας σειράς υπηρεσιακών εγγράφων του Δασαρχείου Βέροιας που μου υπέδειξε πέρυσι η Ολυμπία η Μπέτσα που αναφέρονταν στην καταναγκαστική εργασία που είχε επιβληθεί στους κατοίκους της Κουμαριάς καθώς και σε Εβραίους της Θεσσαλονίκης το 1942 για την προμήθεια γερμανικών μονάδων με ξυλεία. Αυτό το ντοκουμέντο έρχεται να φωτίσει μια πτυχή του κατοχικού γεγονότος στην ευρύτερη περιοχή της Βέροιας: την καταναγκαστική εργασία, την οποία ως σήμερα αγνοούσαμε. Παρεμπιπτόντως να αναφέρω ότι για το θέμα αυτό στην περίπτωση του Γιδά υπάρχει μια εξαιρετική μονογραφία του Μπέλλου.

       Συνεπώς, οι αρχειακές συλλογές που απόκεινται στα ΓΑΚ έχουν να δώσουν στο μέλλον ακόμα πιο πλούσιο υλικό που ενδεχομένως διευκρινήσει άγνωστες πτυχές του κατοχικού γεγονότος.

       Μία ακόμα σπουδαία αρχειακή διαθεσιμότητα που απόκειται στο Πρωτοδικείο της Θεσσαλονίκης συνιστούν τα πρακτικά των δικών των δοσίλογων που έδρασαν στην Βέροια και στην ευρύτερη περιοχή. Μέσα από τα πρακτικά αντλεί κανείς τεκμηριωμένες πληροφορίες για πρόσωπα, δράσεις και γεγονότα που συμπληρώνουν ικανοποιητικά την αποσπασματική γνώση που προέρχεται από τις μαρτυρίες.

 

      Από την άλλη είναι πενιχρά τα αποτελέσματα της έρευνας για φωτογραφικές απεικονίσεις της Κατοχής στη Βέροια, οι οποίες θα συνέβαλαν σπουδαίως στην γνώση μας για την τοπιογραφία της κατοχικής Βέροιας. Ο Κωστής Παράσχος σε έκδοση του 1973 δημοσίευσε τρεις φωτογραφίες που ο ίδιος είχε τραβήξει: στην πρώτη εικονίζονται πολίτες της Βέροιας στην οδό Κεντρικής και εικάζουμε στο ύψος περίπου της Πλατείας του Αγ. Αντωνίου, οι οποίοι φωτογραφίζονται δίπλα σε μια πινακίδα όπου στην ελληνική γλώσσα το Γερμανικό Φρουραρχείο επιβάλει στους πολίτες επί ποινή να βαδίζουν δεξιά. Στην δεύτερη βλέπουμε αναρτημένη στον τοίχο ενός σπιτιού την οδοσήμανση της Κεντρικής οδού στην ελληνική και στην γερμανική Hauptstr. Και στην τρίτη εικονίζεται, μάλλον στην Πλατεία Ωρολογίου, μια πινακίδα κατεύθυνσης προς την έδρα της Κομμαντατούρ αποκλειστικά στην γερμανική γλώσσα.

 

       Δύο πολύ γνωστές φωτογραφίες που αναδημοσιεύει και ο Χατζηκώστας απεικονίζουν: η μία βλαχόφωνους της Βέροιας μαζί με Γερμανούς να χαιρετούν τη γερμανική σημαία και η άλλη μέλη του Συλλόγου Τραϊάν να παρελαύνουν κρατώντας τη γερμανική και την ιταλική σημαία.

 

            Εκτιμώ ότι σε ιδιωτικά αρχεία εξακολουθεί να σώζεται φωτογραφικό υλικό από την εποχή, το οποίο για διάφορους λόγους παραμένει αναξιοποίητο. Ένας γνωστός συμπολίτης, μου είχε υποσχεθεί προ ετών να μου παραδώσει μια οικογενειακή φωτογραφία όπου εικονίζονται τα μέλη της οικογένειας του και ο ίδιος με έναν Γερμανό αξιωματικό που διέμενε στο σπίτι τους. Μάλλον ο φόβος της δημοσίευσης της και κυρίως οι συνειρμοί που τυχόν γεννιούνταν μετά, τον αποθάρρυναν από την ιδέα να μου την παραδώσει.

 

            Το κατοχικό κάδρο της Βέροιας όμως παρουσιάζει ακόμα πολλά και σημαντικά κενά και σε αυτό συμβάλλουν σημαντικές ελλείψεις, ολιγωρίες και μυστικοπάθειες.

 

            Στην εξεταζόμενη περίοδο αναστέλλουν την κυκλοφορία τους οι εφημερίδες που κυκλοφορούσαν στην πόλη προπολεμικά, ενώ η μοναδική που κυκλοφορεί την περίοδο εκείνη αλλά για βραχύ χρονικό διάστημα, η Μακεδονική Ηχώ του Λώλη του Σμυρλή, παραμένει μέχρι σήμερα εξαφανισμένη από Συλλογές.

 

             Το αρχείο του Δήμου Βέροιας θα μπορούσε να αποτελέσει πολύτιμη πηγή πληροφοριών. Ο κατοχικός Δήμαρχος Προκόπης Καμπίτογλου διατηρούσε άριστες σχέσεις με τον Γερμανό Φρούραρχο, ο οποίος μάλιστα διέμενε και στο σπίτι του και θα είχε συνεπώς μεγάλο ενδιαφέρον η αλληλογραφία του Δήμου με τις κατοχικές δυνάμεις της Βέροιας. Δυστυχώς μεγάλο μέρος του αρχείου καταστράφηκε ύστερα από την φωτιά που προκάλεσαν άνδρες του ΕΛΑΣ, ενώ ό,τι απέμεινε πολτοποιήθηκε στη δεκαετία του ’80.

 

              Έμμεσες πληροφορίες που αξιοποιούν ένα ευρύ φάσμα πηγών, όπως δικαστικά αρχεία, συμβολαιογραφικές πράξεις, κτηματολογικές εγγραφές, έχουν ερευνηθεί αποσπασματικά, ενώ υπάρχει μεγάλη δυστοκία και στην εξασφάλιση ιδιωτικών αρχείων (ημερολόγια, αλληλογραφία κ.α).

 

              Ένα βασικό μεθοδολογικό εργαλείο αντίληψης του κατοχικού γεγονότος, αποτύπωσης του, αναπαράστασης του και ερμηνείας των κατοχικών  μηχανισμών, συνιστούν οι προφορικές συνεντεύξεις ή γραπτές μαρτυρίες των επιζώντων, παρά τις αμφισβητήσεις που διατυπώνονται διεθνώς για την αξιοπιστία τους ως τεκμηρίων (και είναι ένας διάλογος που ακόμα δεν έχει κοπάσει).

 

  Οι ενστάσεις για την αξιοποίηση τους διαθέτουν μια σοβαρή επιχειρηματολογία. Ενδεικτικά μόνον αναφέρω: η απόσταση του χρόνου από το γεγονός μέχρι την αφήγηση, τα φίλτρα που βάζει ο ίδιος ο αφηγητής στην αφήγηση του, η διαφορετική αντίληψη του ιδίου γεγονότος από δύο ή και περισσότερους μάρτυρες του γεγονότος (έχουμε τόσες αφηγήσεις που διαφοροποιούνται μεταξύ τους όσοι και οι αφηγητές), η ιδεολογικοποίηση του γεγονότος (λ.χ. υπάρχουν διαφορετικές αποτιμήσεις του ρόλου του ΕΛΑΣ ή του ΠΑΟ στην διάρκεια της Κατοχής, ανάλογα με το ιδεολογικό υπόβαθρο του αφηγητή κυρίως μετά την εμφύλια διαμάχη).

Είναι προφανές ότι απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή στην χρήση του μεθοδολογικού εργαλείου της αφήγησης διότι η αφήγηση απηχεί τα ιδεολογικά και κοινωνικά συμφραζόμενα της εποχής και ο αφηγητής κουβαλάει την δική του ιδεολογική πλατφόρμα και το δικό του ιδεολογικό περιβάλλον που γεννά την αφήγηση. Δεν παύουν ωστόσο οι προφορικές συνεντεύξεις και οι γραπτές μαρτυρίες να αποτελούν ένα εργαλείο πρωτογενούς γνώσης από ανθρώπους που βίωσαν το κατοχικό γεγονός ή επιμέρους διαστάσεις του.

Βίωσα την ομολογουμένως δύσκολη αυτή προσπάθεια όταν αναζήτησα και συνομίλησα με επιζήσαντες του διωγμού των Εβραίων.

Στην προφορική συνέντευξη ειδικά όταν ο συνομιλητής βίωσε ως θύμα το κατοχικό γεγονός επιβάλλεται προηγουμένως να κτίσεις μια σχέση εμπιστοσύνης ώστε να διαρρήξεις με σεβασμό και λεπτότητα τις ηθελημένες ή αθέλητες σιωπές και από το σύνολο της αφήγησης να ξεδιαλέξεις το σπουδαίο που συμπληρώνει την αποσπασματική γνώση.

Δυστυχώς, η πολύτιμη αυτή πρωτογενής πηγή γνώσης τείνει να εκλείψει μαζί με τους ανθρώπους. Σχεδόν 70 χρόνια μετά ελάχιστοι μάρτυρες απέμειναν εν ζωή και χάθηκε τις προηγούμενες δεκαετίες πολύτιμος χρόνος, όσο τα γεγονότα ήταν ακόμα νωπά και οι μάρτυρες σε κατάλληλη διανοητική κατάσταση. Οφείλουμε να πούμε ωστόσο ο ιστορικός των προηγούμενων δεκαετιών έπρεπε να γκρεμίσει τείχη σιωπής. Το πρόταγμα του μεταπολεμικού Έλληνα ήταν η ανάγκη να ξεχάσει υπό το βάρος ενός εμφύλιου σπαραγμού και οι πρόγονοι μας πέρασαν εσκεμμένα στην όχθη της σιωπής, αποφεύγοντας επιμελώς να ανοίξουν ή να ανταποκριθούν σε μια συζήτηση αιμάσσουσα. 

Παρά την ικανοποιητική εικόνα για την γερμανική κατοχή στη Βέροια, το κάδρο δεν έχει συμπληρωθεί στο κέντρο του. Η έρευνα σκοντάφτει σε μια βασική και κομβική αδυναμία: τις σιωπές ή τα μισόλογα που δεν επιθυμούν να γίνουν πληροφορίες και ως τέτοιες μεθοδολογικά εργαλεία τεκμηρίωσης, αλλά παραμένουν σαν κατακάθια στον πάτο της ατομικής και της συλλογικής μνήμης.

Ένα στοίχημα που αποτέλεσε για δεκαετίες μνημονικό ταμπού στην δημόσια ιστορία της πόλης: η εβραϊκή κοινότητα και ο διωγμός της, κερδήθηκε, αν και η πλήρης αποκάλυψη του παλίμψηστου που κρύβεται κάτω από το επίχρισμα απαιτεί ακόμα πολύ δουλειά. Η πόλη αυτή δεν έχει ξεμπερδέψει ακόμα τις παρτίδες της με την Ιστορία της. Οι σιωπές και τα μισόλογα δεκαετιών εξελίχθηκαν σε μεταστατικούς καρκίνους στο σώμα της μνήμης της πόλης. 

Εξακολουθούν να παραμένουν ανέγγιχτα τα μνημονικά αποστήματα του δοσιλογισμού και του ρόλου μεγάλης μερίδας του βλαχόφωνου πληρθυσμού κατά την διάρκεια της Κατοχής, τα οποία πρέπει να σπάσουν, όχι για να υποδαυλίσουν νέα μίση αλλά για να τακτοποιήσει στην θέση της αυτή η πόλη την Ιστορία που την στοιχειώνει. Ο κόσμος της ελληνικής επαρχίας όμως αποφεύγει συστηματικά κι αμήχανα ή δυσανασχετεί να συζητήσουμε για συλλογικές μνήμες.

Γνωρίζω ότι είναι εξαιρετικά δύσκολο και τολμηρό να ζεις σε μια μικρή κοινωνία και να αποκαλύπτεις τις ντροπές της.  Σε ένα μεγάλο βαθμό στις μικρές –πληθυσμιακά- κοινωνίες αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι πρωταγωνιστές ή δευτεραγωνιστές της εποχής εξακολουθούν να ζουν. Κι αν όχι αυτοί, τα παιδιά τους. Και τα παιδιά τους είναι συγγενείς μας, φίλοι ή γείτονες ενός έτσι κι αλλιώς ασφυκτικού κοινωνικού περίγυρου. Εγώ χρειάζομαι δέκα λεπτά για να πάω από το σπίτι στο γραφείο μου. Σε αυτό τον ελάχιστο χρόνο έχω δει πολύ κόσμο κι έχω μάθει για ακόμα περισσότερο. Μπορείτε συνεπώς να αντιληφθείτε πόσο δύσκολο είναι να γράφεις σύγχρονη ιστορία στη Βέροια και για κάθε Βέροια και να πρέπει να κατονομάσεις τον διπλανό σου, τον φίλο σου, τον πατέρα του ή τον συγγενή σου ως «μοιραίο» πρωταγωνιστή των γεγονότων της Κατοχής.

Μου’ λεγε πριν λίγα χρόνια ένας εξαιρετικός ερευνητής της ιστορίας των βλάχων της περιοχής –ο ίδιος βλάχικης καταγωγής- ότι απέφυγε να προχωρήσει πέρα από χρονολογικό όριο του μεσοπολέμου - πολύ περισσότερο να αγγίξει την περίοδο της γερμανικής κατοχής-, ύστερα από παράκληση του πατέρα του για να μην ανοίξουν πληγές και αποκαλυφθούν ντροπές.

Η ιστορία λοιπόν για την εποχή δεν έχει γραφεί οριστικά. Αυτή θα γράφεται και θα ξαναγράφεται ακολουθώντας τους ιδεολογικούς μετασχηματισμούς και τις μεταμορφώσεις του κοινωνικού περιβάλλοντος που γεννάει και περιβάλλει τον ιστορικό.- 

Εισήγηση στην ημερίδα των Γενικών Αρχείων του Κράτους (ΓΑΚ Ημαθίας) με θέμα «Ημέρες Κατοχής στην Ημαθία» (31.01.2014)

Αλλάζουμε όνομα αλλά όχι κι αντιλήψεις

σε ένα blog που σύντομα θα επανέλθει με νέες αναρτήσεις



Δευτέρα 23 Σεπτεμβρίου 2013

Μια «συκοφαντία αίματος» στη Βέροια του 1925



Μια «συκοφαντία αίματος» στη Βέροια του 1925

Του Γιώργου Λιόλιου

«Εμείς, τα παιδιά, ήμασταν επηρεασμένα απ’  τα παραμύθια  της γιαγιάς μας, ότι τάχα στη Βέροια υπάρχει μια συνοικία που ζούνε πλούσια οι Εβραίοι κι ότι, αν πάμε κι εμείς εκεί, θα μας ρουφήξουν το αίμα, για μόνο λόγο ότι είμαστε χριστιανοί. Όσες φορές πηγαίναμε στη Βέροια, όλο και κρυφοκοιτάζαμε να δούμε πού είναι αυτός ο μαχαλάς και στριφογυρίζαμε το κεφάλι μας από  ΄δω κι από ΄κει να μην μας αρπάξουν. Αυτό όμως δεν έγινε ποτέ. Τα φτωχόπαιδα των Εβραίων παίζαν με  τα φτωχόπαιδα της Βέροιας και τα πλουσιόπαιδα μεταξύ τους.  Η γιαγιά μου, ντε και καλά, επέμενε ότι οι Εβραίοι σφάζουν!»

Με αυτό το λιτό απόσπασμα από το βιβλίο της Όλγας Μάστορα-Ψαρογιάννη με τον τίτλο Στο δρόμο του Χρέους που εκδόθηκε το 1995, θέλησα να σας συστήσω το «φ’τσι», σύμφωνα με την βεροιώτικη ντοπιολαλιά, δηλαδή το βαρέλι με τα καρφιά στο οποίο οι Εβραίοι, σύμφωνα με την λαϊκή προκατάληψη, στράγγιζαν το αίμα χριστιανόπαιδων για να το χρησιμοποιήσουν στην παρασκευή του άζυμου άρτου του Εβραϊκού Πάσχα.
Στην εισήγηση μου θα επιχειρήσω να αναδείξω το πλαίσιο του δημόσιου λόγου και των κρατικών πολιτικών μέσα στο οποίο αναβίωσε αυτή η προκατάληψη στη Βέροια του 1925, η οποία προκάλεσε διακοινοτικές εντάσεις, και πως το περιστατικό αυτό επηρέασε τις διακοινοτικές σχέσεις στην πόλη.

Το κυρίαρχο μοτίβο του «τελετουργικού φόνου» ή περισσότερο γνωστής ως «θυσίας αίματος» είναι ο ισχυρισμός ότι υπάρχει ένα εβραϊκό έθιμο σύμφωνα με το οποίο οι Εβραίοι κάθε χρόνο την παραμονή του εβραϊκού Πάσχα απάγουν χριστιανόπαιδα, τα οποία είτε σταυρώνουν είτε σφάζουν, για να συλλέξουν το αίμα τους προκειμένου να το χρησιμοποιήσουν σε θρησκευτικές ιεροτελεστίες και ειδικότερα για την παρασκευή του άζυμου άρτου, της matza, που τρώνε οι Εβραίοι κατά την εορτή του Πάσχα σε ανάμνηση της εξόδου από την Αίγυπτο.
Η πρώτη τελετουργική παιδοκτονία που αποδίδεται στους Εβραίους ανάγεται στο 1144 στο Norwich της Αγγλίας, μετά την ανακάλυψη του φρικτά ακρωτηριασμένου σώματος του δωδεκάχρονου Ουϊλλιαμ στο δάσος της Θόρπης. Τότε, η μητέρα και ο θείος του παιδιού κατηγόρησαν τους Εβραίους ότι το σκότωσαν αφού προηγουμένως το είχαν βασανίσει. Ο δικαστής κρίνει ως ανυπόστατη την κατηγορία, η οποία ωστόσο κυκλοφορεί υπό μορφή φημών. Στη συνέχεια, μερικά χρόνια αργότερα, υπό την εξουσία ενός νέου δικαστή και ενός νέου επισκόπου, ο θρύλος του παιδιού-μάρτυρα, «που σκοτώθηκε από τους Εβραίους», μορφοποιήθηκε από τον βενεδικτίνο μοναχό Thomas de Monmouth: ο φόνος του Ουϊλλιαμ τελέστηκε με τελετουργικό τρόπο, με σκοπό να αναπαραχθεί η σταύρωση του Ιησού. Θαύματα λαμβάνουν χώρα πάνω στον τάφο του Ουϊλλιαμ, πράγμα που φαίνεται να επιβεβαιώνει την κατηγορία, ενώ η λατρεία του μάρτυρα Ουϊλλιαμ προσελκύει πλήθη προσκυνητών. Το 1189, Οι Εβραίοι υσφίστανται επιθέσεις στο Λονδίνο κι έπειτα σε όλο το βασίλειο. Στις 6 Φεβρουαρίου 1190, όλοι οι Εβραίοι του Νόργουιτς σφαγιάζονται, εκτός εκείνων που κατάφεραν να καταφύγουν στο κάστρο.

Την υπόθεση του Ουϊλλιαμ θα την ακολουθήσουν στο Μεσαίωνα πολυάριθμες άλλες υποθέσεις τελετουργικού φόνου, και η διασύνδεση του με τους Εβραίους θα προκαλέσει και νομιμοποιήσει βίαιες αντιεβραϊκές εκδηλώσεις και τρομακτικές σφαγές Εβραίων, οι οποίες συχνά έγιναν το πρόσχημα για επιβολή μέτρων απέλασης: Οι Εβραίοι θα εκδιωχθούν από την Αγγλία το 1290, τη Γαλλία το 1306, τα γερμανικά πριγκιπάτα το 1450, την Ισπανία το 1492 κλπ.

Η κατηγορία του τελετουργικού φόνου εντάσσεται σε μια ποικιλία αντιεβραϊκών μύθων και αντιεβραϊκών μορφολογιών (σύμφωνα με την ορολογία που χρησιμοποιεί ο Ταγκυέφ). Οι αντιεβραϊκοί μύθοι συνιστούν ένα πολύχρωμο σύνολο αρνητικών αναπαραστάσεων (προκαταλήψεων και στερεοτύπων) και κατηγοριών με στόχο τους Εβραίους, οι οποίες συσσωρεύτηκαν από τον αρχαίο κόσμο (Αίγυπτο, Ελλάδα, Ρώμη). Μέσα από αφηγήσεις της ελληνιστικής περιόδου κι ενδεχομένως υπό την επίδραση των Αιγυπτίων, κράτους με αντιεβραϊκή παράδοση, οι Εβραίοι πρωτοεμφανίζονται, υπό την μορφή φημών που θα επαναληφθούν επί αιώνες, ως ακάθαρτοι, μολυσμένοι από λέπρα, μάγοι και παιδοκτόνοι. Οι μύθοι αυτοί, του «μίσους του ανθρώπινου είδους», του τελετουργικού φόνου, της δολιότητας και της τοκογλυφίας, της τοπικής ή παγκόσμιας συνωμοσίας, θα σφυρηλατηθούν αργότερα και θα επαναδιατυπωθούν από τα χριστιανικά περιβάλλοντα του Μεσαίωνα μέσα από την κεντρική αφετηρία του χριστιανικού αντιιουδαϊσμού, την κατηγορία της θεοκτονίας. Δηλαδή την κατηγορία ότι οι Εβραίοι είναι οι «δολοφόνοι του Χριστού» και τα «τέκνα του διαβόλου», - κατηγορία που άνοιξε τον δρόμο για τη δαιμονοποίηση τους. Έτσι, ο Εβραίος κατασκευάζεται σε ένα «μυθικό» είδος και παρουσιάζεται ως ο σατανικός εχθρός του ανθρώπινου είδους και του Θεού, ο κατεξοχήν εγκληματίας ή, σύμφωνα με την γλώσσα των Ναζί, ο κληρονομικός εγκληματίας, ο εκμεταλλευτής και γεννημένος συνωμότης, ο παιδοκτόνος.
Ειδικά σε ό,τι αφορά στον τελετουργικό φόνο, οι εξηγήσεις που δίνονται από τους διακινητές του μύθου, άλλοτε υποστηρίζουν ότι ο τελετουργικός φόνος αποτελεί έκφραση μιας θρησκευτικής κουλτούρας στηριγμένης πάνω στις ανθρωποθυσίες («μολωχισμός»), που η σατανική διδασκαλία του Ταλμούδ δεν έπαψε να νομιμοποιεί κι άλλοτε αναμειγνύουν την δολοφονία με τον κανιβαλισμό, προφανώς αντλώντας από παραδείγματα ανθρωποθυσιών που παρατηρούνταν στους αρχαίους χρόνους σε περιοχές της Εγγύς Ανατολής, πράγμα που ισοδυναμεί με την εγγραφή της προδιάθεσης στον φόνο, κυρίως παιδιών, στην ίδια την φύση των Εβραίων, ως εγκληματικού ενστίκτου.

Οι αφηγήσεις τελετουργικού φόνου πέρασαν από τη θέση του μεσαιωνικού θρύλου στη θέση του σύγχρονου μύθου του 18ου και 19ου αιώνα. Με τη Γαλλική Επανάσταση που άνοιξε τον δρόμο για την πολιτική και κοινωνική χειραφέτηση των Εβραίων, μεταλλάσσεται πλέον ο θρησκευτικός αντιιουδαϊσμός, που είχε χαρακτήρα εξόχως θρησκευτικό αλλά και κοινωνικό και οικονομικό. Τον 19ο αιώνα, η εχθρότητα κατά των Εβραίων στηρίζεται πια σε επιστημονική βάση, την οποία προσέφερε η φυλετική ψευδο-επιστημονική θεωρία, σύμφωνα με την οποία τα άτομα σημιτικής καταγωγής θεωρούνται ότι ανήκουν σε μια κατώτερη φυλή. Δίχως να εγκαταλείπεται η εμπειρική έννοια του θρησκευτικού αντιιουδαϊσμού, ο 19ος αιώνας σηματοδοτεί το πέρασμα στον «φυλετικό αντισημιτισμό», έννοια που επινοήθηκε το 1873.

Στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, τα πρώτα κρούσματα χρησιμοποίησης της κατηγορίας που μας απασχολεί εδώ καταγράφονται στο 16ο αιώνα, όταν στα 1530 αρμένιοι κάτοικοι της Αμάσειας υποδεικνύουν στις οθωμανικές αρχές εβραίους συντοπίτες τους ως υπεύθυνους για την εξαφάνιση ενός ομοθρήσκου τους, με αποτέλεσμα την εκτέλεση του ραβίνου και ορισμένων ακόμα μελών της τοπικής εβραϊκής κοινότητας. Η ανεύρεση μετά από χρόνια σώου και υγιούς του υποτιθέμενου θύματος οδήγησε σε παραδειγματική τιμωρία των κατηγόρων, κυρίως όμως έκανε το οθωμανικό κράτος ιδιαίτερα προσεκτικό στην διαχείριση παρόμοιων κατηγοριών με την έκδοση από τον σουλτάνο Σουλεϊμάν τον Μεγαλοπρεπή φιρμανίου, στο οποίο τόνιζε το ανυπόστατο τέτοιων κατηγοριών σε βάρος των Εβραίων.
Ωστόσο, η κρατική αντίληψη δεν εμπόδισε την αναπαραγωγή της κατηγορίας αυτής στα λαϊκά στρώματα, σχεδόν πάντα καθ’ υπόδειξη του κατώτερου κλήρου. Ενδεικτικά αναφέρω τα κρούσματα συκοφαντίας στη Ρόδο το 1840, στην Κω το 1850, στη Λάρισα το 1872, στην Κέρκυρα το 1891, στον Βόλο το 1922, στη Φλώρινα το 1928, ενώ αναρίθμητες ήταν οι συκοφαντίες αυτές στη Θεσσαλονίκη όπου υπήρχε η μεγαλύτερη αριθμητικά συγκέντρωση Εβραίων.

Στην ελληνική παράδοση ο τύπος του «Εβραίου» είναι κατ’  αρχήν μια κατασκευή του αντι-ιουδαϊσμού και σχετίζεται με τη θρησκευτική διαφορά και την κατηγορία της θεοκτονίας. Στερεοτυπικές ιδιότητες του Εβραίου συναντώνται σε ποικίλες εκφράσεις: από το δημοτικό τραγούδι ως τον καραγκιόζη και τη λαϊκή παράδοση με το κάψιμο του Ιούδα και τη συκοφαντία της παιδοκτονίας. Με διάφορες παραλλαγές, ο τύπος του Εβραίου ενέχεται για φιλαργυρία, προδοσία, περιπλάνηση και θεοκτονία. Φρονώ ότι όλοι μας λίγο-πολύ έχουμε πρόχειρη μια αρνητική στερεοτυπική εικόνα του Εβραίου από μια ευρεία γκάμα κειμένων της ελληνικής και της ξένης γραμματολογίας. Ο «φανταστικός» Εβραίος δεν απηχεί παρά συλλογικές παραστάσεις, εικόνες, φαντασιώσεις και ιδεολογήματα πλατιάς απήχησης στο κοινωνικό περιβάλλον και η διαφορετικότητα του εξακολουθεί μέχρι σήμερα να τροφοδοτεί στερεότυπα που υπηρετούν την ανάγκη κατασκευής εσωτερικών εχθρών ή αλλιώς αποδιοπομπαίου τράγου, στον οποίο προβάλλονται και χρεώνονται συλλογικές φοβίες κι ανασφάλειες.
Θα ήταν ωστόσο λάθος να πιστέψει κανείς ότι οι διωγμοί των Εβραίων από το Μεσαίωνα ακόμα, οφείλονταν αποκλειστικά και μόνον στον σκοταδισμό των μαζών. Ορθότερο είναι να αναζητήσει κανείς τα εξωθρησκευτικά αίτια για την ερμηνεία της σύγκρουσης.

          Στην μακρά οθωμανική περίοδο, το εβραϊκό μιλέτ, με τη δύναμή του και την συσπείρωσή του, ενίσχυσε τη θέση του, αλλά παράλληλα το απομόνωσε από τις άλλες εθνοτικές-θρησκευτικές κοινότητες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Απολαμβάνοντας την ιδιαίτερη εύνοια του κράτους, ήταν αναπόφευκτο να προκαλέσει την αντιζηλία και την έχθρα άλλων εθνοτήτων και κυρίως της επικρατούσας Ελληνικής. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία τους επέτρεψε την εγκατάσταση και στο οικονομικό πεδίο τους συμπεριφέρθηκε προνομιακά έναντι άλλων εθνοτικών ομάδων, καθόσον η οθωμανική οικονομία εξαρτιόταν από το εβραϊκό εμπόριο,  με αποτέλεσμα ο οικονομικός ανταγωνισμός να καλλιεργήσει στους κόλπους των Ελλήνων έντονη δυσαρέσκεια, η οποία σε κάθε ευκαιρία στοχοποιούσε αδιάκριτα τους οικονομικά ισχυρούς Εβραίους αλλά και τις ασθενέστερες τάξεις.
Η εχθρότητα κατά των Εβραίων συνεπώς δεν είχε μόνον θρησκευτικά κίνητρα αλλά κυρίως οικονομικά. Η κατηγορία του «ανθελληνισμού» των Εβραίων δομήθηκε από τους Έλληνες και συγκροτήθηκε ιδεολογικά από την εποχή της Επανάστασης του 1821 και δεν έπαψε μέχρι σήμερα! Ανδρώθηκε σε ένα υπόστρωμα θρησκευτικού αντιιουδαϊσμού με μακρά προϊστορία και αναπτύχθηκε σε ένα περιβάλλον οικονομικού ανταγωνισμού και δυσαρέσκειας των Ελλήνων για τα προνόμια και τις φορολογικές ελαφρύνσεις που τους παρείχε η οθωμανική διοίκηση.
Μέσα σε ένα περιβάλλον έντονων τριβών, αμοιβαίας καχυποψίας και ευαίσθητων ισορροπιών κύλησε ο χρόνος μέχρι την προσάρτηση των Νέων Χωρών στο ελληνικό κράτος.

Ο εβραϊκός κόσμος, πιστός σε μια οθωμανική συνέχεια, υποτάχτηκε με φόβο  στην διοικητική αυτή μεταβολή. Αναγνώριζε πως έπρεπε πια να αντιμετωπίσει την ανάγκη να μεταθέσει την πίστη του από το ένα κράτος στο άλλο, κάτι που δεν ήταν πρόβλημα˙ το ζητούμενο ήταν αν η μετάβαση αυτή θα επέφερε περιορισμό των δικαιωμάτων και των προνομίων τους ως ελεύθερων πολιτών και αν η ελληνική κυβέρνηση θα ήταν πρόθυμη να υποστηρίξει την αρχή της θρησκευτικής ισότητας και της ελευθερίας. Ενώ για αιώνες οι Εβραίοι ουσιαστικά αυτοδιοικούνταν σύμφωνα με τα δικά τους ήθη και έθιμα και χωρίς να απαιτούν από αυτούς κανενός είδους αφομοίωση, τώρα θα ήταν υποχρεωμένοι να υποστούν το αντίθετο. Όμως, η υπερσημιτική θέση του Βασιλιά Γεωργίου, ο οποίος αμέσως εγγυήθηκε την προστασία, την ασφάλεια και τον σεβασμό των δικαιωμάτων των μειονοτικών πια πληθυσμών που εγκολπώθηκαν στο ελληνικό κράτος και ιδία των Εβραίων και στη συνέχεια οι φιλοσημιτικές θέσεις του Βενιζέλου, διασκέδασαν τις σοβαρές επιφυλάξεις και τους αρχικούς φόβους του εβραϊκού κόσμου.
Ωστόσο, η έγνοια του ελληνικού κράτους για την οριστική τύχη της Μακεδονίας και της Θράκης λίγο αργότερα, ο πραγματικός φόβος του κράτους για τον βουλγαρικό κίνδυνο, σε συνδυασμό με το ότι ο αλλόγλωσσος και αλλόθρησκος εβραϊκός πληθυσμός δεν έχει αναφορά σε μια γειτονική πατρίδα που να απειλεί την εθνική ακεραιότητα του διευρυμένου ελληνικού κράτους, θέτει σε δευτερεύουσα και τριτεύουσα μοίρα την διαχείριση της συμβίωσης με το εβραϊκό στοιχείο. Μετά όμως την οριστικοποίηση της τύχης των Νέων Χωρών υπό ελληνική διοίκηση, ο εβραϊκός κόσμος στοιχίζεται οριστικά σε μια νέα κρατική πραγματικότητα και αυτό που του απομένει είναι να διεκδικήσει την διάσωση της ιδιαίτερης ταυτότητας του στο νομικό-θεσμικό πλαίσιο του νέου κρατικού πλαισίου. Το ελληνικό κράτος αντιλαμβανόμενο ότι μόνο μέσω της εκπαίδευσης μπορούσε να εκπαιδεύσει ως πολίτες του ελληνικού κράτους τη νέα γενιά Εβραίων, κρατικοποίησε τα εβραϊκά σχολεία και προσάρμοσε το πρόγραμμα σπουδών σε μια περισσότερο ελληνοκεντρική κατεύθυνση ενώ ταυτόχρονα με θεσμικές παρεμβάσεις σε ό,τι αφορά την ύπαρξη, την διατήρηση και τη συνέχεια της ιδιαίτερης πολιτισμικής και θρησκευτικής ταυτότητας των εβραϊκών κοινοτήτων θέσπισε προστατευτικούς νόμους. 
Παρά τις φιλοσημιτικές πρωτοβουλίες του ελληνικού κράτους κατά την πρώτη περίοδο της διακυβέρνησης και μέχρι τον καταστροφικό πόλεμο στη Μικρασία, που θα εκφραστούν με τη θέσπιση του ν. 2456/1920 αναγνωρίζοντας τους Εβραίους ως προστατευόμενους μειονοτικούς πολίτες, οι διακοινοτικές προστριβές μεταξύ Εβραίων και Χριστιανών αυξάνονταν για να ενταθούν αμέσως μετά την έλευση εκατοντάδων χιλιάδων προσφύγων από τη Μικρασία κι αλλού. Στο πλαίσιο της ελληνικής επικράτειας πλέον, η αρνητική στάση απέναντι στους Εβραίους ήταν αποτέλεσμα ενός συνόλου παραγόντων, ανάμεσα στους οποίους η αγωνία της Διοίκησης για την ενίσχυση της ελληνικότητας των σεφαραδίτικων κοινοτήτων. Ειδικά, μετά τη Μικρασιατική καταστροφή και την έλευση των προσφύγων, η συλλογική ταυτότητα «Εβραίοι» προέβαλε ως ανταγωνιστική, σχεδόν αντίπαλη, πληθυσμιακή ενότητα καθόσον αμφισβητούνταν η ελληνικότητα του Εβραίου πολίτη.

Η δεκαετία του ’20 θα δοκιμάσει τις αντοχές του ίδιου του κράτους και συνακόλουθα της συμβίωσης των δύο κοινοτήτων. Στην Ελλάδα ο μεσοπόλεμος ξεκινά αργότερα σε σχέση με τον ευρωπαϊκό αντίστοιχο: συγκεκριμένα, μετά την ταπεινωτική ήττα του Ελληνοτουρκικού Πολέμου του 1919-1922 και την οριστική εγκατάλειψη του μεγαλοϊδεατισμού. Στην περίοδο αυτή η χώρα και η κοινωνία σπαράσσονται  από πολιτικές αντιπαραθέσεις που θα διαρκέσουν για πάνω από μια δεκαετία. Οι κύριες προτεραιότητες της Μικρής πλέον Ελλάδας, δεν προσανατολίζονταν στην προσάρτηση νέων εδαφών αλλά προτάγματα της ήταν πλέον η προστασία της εδαφικής ακεραιότητας της και η εθνική ομογενοποίηση του χώρου. Σε μια χώρα ταπεινωμένη και οικονομικά κατεστραμμένη, πέραν όλων των άλλων έπρεπε να διαχειριστεί και την υποδοχή και αποκατάσταση των εκατοντάδων χιλιάδων προσφύγων.

Οι βουλευτικές εκλογές του 1923 ήταν σημαντικές, όχι μόνο γιατί αποκάλυψαν την ύπαρξη ενός υποβόσκοντος αντισημιτισμού σε μέρος του ελληνικού πολιτικού κόσμου, αλλά και γιατί εμφανίστηκε μια εφημερίδα της Θεσσαλονίκης, η Μακεδονία, που επιδόθηκε σε μια ακατάσχετη αντισημιτική εκστρατεία και με τα εμπρηστικά άρθρα της υποδαύλιζε αισθήματα αντιπάθειας, ακόμη και μίσους, στους αναγνώστες της απέναντι στο εβραϊκό στοιχείο.

Ήδη από το 1920 είχε αποφασιστεί ο χωρισμός του εκλογικού σώματος των Εβραίων που εφαρμόστηκε τελικά στις εκλογές του ‘23, με το πρόσχημα της εξασφάλισης κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης των Εβραίων. Στην πραγματικότητα όμως ήταν αποτέλεσμα της συμπαγούς αντιβενιζελικής ψήφου των Εβραίων και η οποία συνδέθηκε με την ήττα του Βενιζέλου. Το μέτρο αυτό δημιούργησε έντονες διαμαρτυρίες του εβραϊκού κόσμου και διακοινοτικές τριβές για να τις εντείνει την ίδια περίοδο ένα νέο μέτρο που επιχειρούσε να προωθήσει η κυβέρνηση: την θέσπιση της Κυριακής ως επίσημης αργίας όλων των Ελλήνων πολιτών ανεξαρτήτως θρησκεύματος.
Για τους ορθόδοξους Έλληνες η αργία της εβδομάδας ήταν η Κυριακή, ενώ για τους Εβραίους το Σάββατο. Η Ελλάδα, έχοντας υιοθετήσει μια προοδευτική κοινωνική πολιτική, είχε καθορίσει για τους χριστιανούς πολίτες της ως υποχρεωτική ημέρα ανάπαυσης φυσικά την Κυριακή, κατά την οποία όλα τα εμπορικά καταστήματα ήταν κλειστά, και για τους Εβραίους το Σάββατο. Με το νέο μέτρο έπρεπε να υποχρεωθούν οι Εβραίοι να αργούν πλέον και αυτοί την Κυριακή, καταργώντας το προνόμιο της αργίας του Σαββάτου, γεγονός που προκάλεσε σάλο στους κόλπους των εβραϊκών κοινοτήτων και φυσικά νέες ακόμα εντονότερες διακοινοτικές τριβές, καθώς θεωρήθηκε ως έκφραση θρησκευτικής αδιαλλαξίας. Φυσικά, το μέτρο έπληγε τις ανθηρές εβραϊκές κοινότητες, καθώς ο άρρεν πληθυσμός τους συμμετείχε ενεργά στην επαγγελματική και γενικά οικονομική κίνηση των πόλεων όπου διαβίωναν και φυσικά και κυρίως τους Εβραίους της Θεσσαλονίκης που είχαν στα χέρια τους την οικονομική ζωή της πόλης και με το νέο μέτρο θα ΄πρεπε τα καταστήματα τους να παραμένουν κλειστά επί δύο ημέρες.
Ένα μπαράζ δημοσιευμάτων διατηρούσε το θέμα στην επικαιρότητα για μακρύ χρονικό διάστημα, ενώ η μάχη μεταξύ χριστιανών και εβραίων βουλευτών μεταφέρθηκε στη Βουλή με οξύτατες αντιπαραθέσεις, ενώ πλήθος διαβημάτων από τις διοικήσεις των εβραϊκών κοινοτήτων έπεφταν τελικά στο κενό, καθώς η ελληνική κυβέρνηση ήταν απρόθυμη να αποσύρει τη νέα αυτή νομοθετική πρωτοβουλία. Τελικά, το νέο αυτό μέτρο ψηφίστηκε με νόμο που έφερε στη Βουλή ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου στις 21 Ιουλίου του 1924. Πλην όμως το ζήτημα δεν είχε κλείσει οριστικά. Η εβραϊκή κοινότητα της Θεσσαλονίκης που ως πολυπληθέστερη παρενέβαινε διαρκώς για ζητήματα που αφορούσαν την θεσμική προστασία των δικαιωμάτων των εβραϊκών κοινοτήτων επανέφερε το θέμα στο Δημοτικό Συμβούλιο της Θεσσαλονίκης τον Ιανουάριο του 1925.

Η επίμονη προσπάθεια του εβραϊκού κόσμου για απόσυρση του μέτρου, όπως ήταν αναμενόμενο, προκαλούσα νέα αντισημιτικά δημοσιεύματα, ενώ πλατιά στρώματα προσφύγων εξέφραζαν κάτω και από την πίεση των δικών τους αναγκών για αποκατάσταση ξεκάθαρη την αντιπάθεια τους κατά του εβραϊκού στοιχείου. Είναι σαφές ότι το μέτρο αυτό, που πίσω τους κρύβει την πίεση που ασκούν τα αντισημιτικά στοιχεία με την υποστήριξη των Μικρασιατών προσφύγων, κατευθύνεται εν μέρει εναντίον των Εβραίων της Θεσσαλονίκης, λόγω του φόβου που προκαλεί η οικονομική ζωτικότητα τους.
Στις 17 Φεβρουαρίου 1925 διαδόθηκε στη Θεσσαλονίκη ότι ετοιμαζόταν διάταγμα για την καθιέρωση καθολικής αργίας την Κυριακή. Ακολούθησαν νέα διαβήματα προς τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας Κωνσταντίνο Σπυρίδη και καθώς η εκκρεμότητα παρατεινόταν, στις 18 Απριλίου 1925 «επιτροπή λαϊκών σωματείων» προέβη σε παράσταση στο Δημοτικό Συμβούλιο και απαίτησε την παραίτηση του, αν δεν εφαρμοζόταν αμέσως η καθολική αργία της Κυριακής.

Ο Απρίλιος είναι η εποχή του εβραϊκού Πάσχα που θα κορυφωθεί στις 16 Απριλίου. Μέσα σε αυτό το κλίμα τις ημέρες εκείνες του Απρίλη εξαφανίζεται στη Βέροια ένα άρρεν ανήλικο παιδί-γιος ποιμένα. Οι πληροφορίες για το περιστατικό αυτό αντλούνται από τα λιτά δημοσιεύματα της εφημερίδας Αστήρ Βεροίας και κυρίως από τις αφηγήσεις των γερόντων Ιωσήφ Αρών και Όλγας Αζαριά.
Μόλις γίνεται αντιληπτή η εξαφάνιση, το νέο διαδίδεται ταχύτατα στην πόλη των 16.000 περίπου κατοίκων στους οποίους έχει προστεθεί κι ένας πληθυσμός πάνω από 1.600 προσφύγων. Στην πόλη είναι εγκατεστημένη επίσης ήδη από τα μισά του 16ου αιώνα μια σεφαραδίτικη κοινότητα που αριθμεί περίπου 600 ψυχές. Οι έρευνες για τον εντοπισμό του παιδιού στην πόλη και στην ευρύτερη περιοχή αποβαίνουν άκαρπες και σε μια μερίδα προσφύγων αλλά και βλάχων (σύμφωνα με δημοσίευμα του Γιάννη Αλεξιάδη) ξυπνά η αρχαία προκατάληψη του τελετουργικού φόνου. Η υποψία της αρπαγής του παιδιού από τους Εβραίους, εν όψει άλλωστε του εβραϊκού Πάσχα, κάνει τον γύρο της πόλης και σε λίγο χρόνο ένα πλήθος ανθρώπων, κραδαίνοντας διάφορα αντικείμενα, κατευθύνεται προς την εβραϊκή συνοικία. Οι Εβραίοι της Αγοράς σπεύδουν φοβισμένοι στα σπίτια τους και κλείνουν τις πύλες εισόδου. Κόσμος συνωστίζεται μπροστά από την πύλη επί της σημερινής οδού 10ης Μεραρχίας κραυγάζοντας θρησκευτικές και φυλετικές ύβρεις και κτυπώντας την πόρτα της συνοικίας και των σπιτιών με μέτωπο προς τον δρόμο απαιτούσαν να τους παραδοθεί το παιδί.
Ο κίνδυνος μιας γενικής σύρραξης απειλούσε τις ζωές, την σωματική ακεραιότητα και τις περιουσίες των εβραίων κατοίκων. Η ένταση έξω από την εβραϊκή συνοικία δεν πρέπει να κράτησε περισσότερο από μια ημέρα. Στο σημείο έσπευσε αστυνομική δύναμη και με την παρέμβαση του αστυνομικού διευθυντή Μοίραρχου Καλομενόπουλου και ιδίως του ανθυπομοίραρχου Χαχάκη διαλύθηκε το συγκεντρωμένο πλήθος και αποσοβήθηκαν τα χειρότερα.
Την στάση των αστυνομικών αρχών και την καταλυτική παρέμβαση τους επαίνεσε με ευχαριστήρια επιστολή της που δημοσιεύθηκε στην ίδια εφημερίδα η Ισραηλιτική Κοινότητα της πόλης:
«Η Ισραηλιτική Κοινότης Βερροίας καθήκον της θεωρεί όπως ευχαριστήση θερμώς τας Πολιτικάς και Στρατιωτικάς και Θρησκευτικάς αρχάς Βερροίας ιδία τον Μοίραρχον Αστυν. Διευθ. κ. Καλομενόπουλον και τον ανθ/χον κ. Χαχάκην δια την λεπτήν και επιδεξίαν στάσιν των εις το δημιουργηθέν ζήτημα της εξαφανίσεως του Χριστιανοπαίδου ανευρεθέντος ευτυχώς και όπερ είχε εμβάλη εις ανησυχίαν το Ισραηλ. Στοιχείον της πόλεως μας, καθ’ ό αποδοθέν αυτώ υπό των ενδιαφερομένων».
Από το δημοσίευμα φαίνεται ότι το συμβάν απασχόλησε σοβαρά την πόλη, καθώς όπως προκύπτει από αυτό για την αποκατάσταση της τάξης και της ηρεμίας συνέβαλαν και οι πολιτικές, στρατιωτικές και θρησκευτικές αρχές της πόλης.
Στο μεταξύ όπως προκύπτει από το ίδιο δημοσίευμα σε σύντομο χρόνο ανευρέθη ο ανήλικος, ο οποίος είχε πέσει σε κάποιο βαθύ λάκκο, όπου παράπεσε βοσκώντας ένα αρνάκι.
Η ανεύρεση του ανακούφισε την πόλη και πολύ περισσότερο τους εβραίους κατοίκους της. Στα θετικά ασφαλώς εγγράφεται και η αντίδραση της εφημερίδας των Αδελφών Γούναρη Αστήρ Βεροίας, φιλελεύθερων αντιλήψεων, που δεν δίστασε να καυτηριάσει την συμπεριφορά μερίδας των κατοίκων της πόλης ως «αδικαιολόγητος, αποδεικνύουσα μόνον, ότι μολονότι ευρισκόμεθα εις τον 20ον αιώνα εν τούτοις εξακολουθούμεν να έχωμεν μεσαιωνικάς αντιλήψεις…».

Ο εβραϊκός κόσμος της Βέροιας αιφνιδιάστηκε από την επίδειξη ισχύος και μισαλλοδοξίας μερίδας συμπολιτών του. Οι αφηγήσεις για την εποχή και τα στοιχεία αφηγούνται την μακρά ειρηνική συνύπαρξη μεταξύ των διαφορετικών κοινοτήτων της πόλης, ήδη από το οθωμανικό παρελθόν της. Επιπλέον, η απουσία οικονομικού πεδίου πρόσφορου για ανταγωνισμούς και η έλλειψη σφοδρών οικονομικών ανταγωνισμών στην πόλη, ενισχύει κι εμπεδώνει μια ειρηνική συνύπαρξη μεταξύ των διαφορετικών (θρησκευτικών μόνο πλέον) κοινοτήτων. Είναι προφανές ότι για την εξύφανση αυτής της συκοφαντίας αίματος στη Βέροια της εποχής καταλυτικό ρόλο διαδραμάτισε το γενικότερο εκρηκτικό κλίμα που περιγράφηκε στην εισήγηση και η αμεσότητα της επίδρασης του δεδομένης της γειτνίασης της με την Θεσσαλονίκη. Άλλωστε είναι η εποχή της δυναμικής εμφάνισης στο ιδεολογικό προσκήνιο των αντισημιτικών ιδεών και πρακτικών στην Ελλάδα καθώς δύο χρόνια μετά, το 1927, κάνει την εμφάνιση της η φασιστική – αντισημιτική οργάνωση ΕΕΕ, η οποία το 1932 θα προκαλέσει τον εμπρησμό της εβραϊκής συνοικίας Κάμπελ στη Θεσσαλονίκη.

Οι επιπτώσεις του περιστατικού αυτού σε συνδυασμό με το γενικότερο αντιεβραϊκό κλίμα που διαμορφωνόταν στην Ελλάδα, δεν έχουν επαρκώς διευκρινιστεί στην περίπτωση της Βέροιας. Από τις στατιστικές της εποχής, που βεβαίως δεν είναι ιδιαίτερα φαίνεται ότι στα επόμενα χρόνια ο εβραϊκός πληθυσμός της συγκρατείται δημογραφικά, αν και αναφέρονται κάποιες αποδημίες εβραϊκών οικογενειών στα αμέσως επόμενα χρόνια προς την Παλαιστίνη και τις ΗΠΑ.

Τελικά, το διάταγμα της καθιέρωσης της Κυριακής ως καθολικής αργίας στη Θεσσαλονίκη. Όμως το κλίμα καχυποψίας, εχθρότητας κι αντιπαλότητας προσπάθησε να αναζωπυρώσει ένα αινιγματικό δημοσίευμα στις 7 Ιουνίου του 1925 της τοπικής εφημερίδας ΚΡΟΤΑΛΟΣ ΒΕΡΡΟΙΑΣ, την οποία εξέδιδαν την εποχή εκείνη ο Στέφανος Βαφείδης, ο Αναστάσιος Λεονάρδος και ο Νικόλαος Ζωγράφος. Ο τελευταίος, μέλος και στέλεχος αργότερα του καθεστώτος του Μεταξά, είναι περισσότερο γνωστός για την δοσιλογική του δράση στη διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής και τις πλούσιες υπηρεσίες που πρόσφερε στις Αρχές Κατοχής αλλά και στα παραστρατιωτικά τάγματα των Ελλήνων συνεργατών των Ναζί – πράξεις για τις οποίες μεταπολεμικά καταδικάστηκε από το Ειδικό Δικαστήριο Δοσιλόγων.
Το δημοσίευμα, από το οποίο λείπει μια μικρή συνέχεια του, αναφερόμενο σε δημοσίευμα της ισραηλιτικής εφημερίδας της Θεσσαλονίκης Vepealiael της 13ης Μαϊου και στο οποίο αναφερόταν ότι το Δημοτικό Συμβούλιο της Βέροιας όρισε ημέρα αγοράς το Σάββατο, οπότε οι Ισραηλίται έχουν κλειστά τα καταστήματα τους, εξαπολύει μύδρους στον συντάκτη του δημοσιεύματος, χαρακτηρίζοντας το δημοσίευμα ως «κακοηθεστέρα συκοφαντία» και «αναιδεστέρα πράξη».
Δεν στάθηκε δυνατή η τεκμηρίωση της πληροφορίας αλλά το δημοσίευμα του Κρόταλου φαίνεται ότι επιθυμούσε την συντήρηση της διακοινοτικής καχυποψίας και είναι ενδεικτικό του κλίματος αντιπαλότητας την εποχή εκείνη.

Κλείνοντας, θα ήθελα να πω το εξής: Η ιστορία με το «φ’τσι», το βαρέλι με τα καρφιά, ακούγεται σήμερα φαιδρή. Ο αντιεβραϊκός αυτός μύθος ωστόσο εξακολουθεί να επιβιώνει, όσο κι ακούγεται περίεργο, και να αντέχει στον αναχρονισμό σε διάφορους λαούς. Είναι γραφική η αφήγηση αλλά είναι γεγονός: το 2006 σε ανάρτηση στο διαδίκτυο σε ιστοσελίδα ελληνοκεντρικής ομάδας συνδέεται η εξαφάνιση του Άλεξ με την ύπαρξη της Συναγωγής στη Βέροια και εικάζει ότι το παιδί έπεσε θύμα τελετουργικού φόνου, ψέγοντας μάλιστα την Αστυνομία ότι (αυτολεξεί από το κείμενο) «δέν τόλμησε νά πλησίαση τίς Συνοικίες Μπαρμπούτα καί Προμηθέας τής Πόλεως αύτής καί νά έρευνήσει τό «τ ρ ε λ λ ό» ένδεχόμενο νά εύρίσκεται, είς τίς Συνοικίες αύτές, κάποιο θυσιαστήριο καί άφαιμακτήριο αίματος. ΕΠΕΙΔΗ, τούς έπόμενους μήνες, άλλά και ήμέρες (λόγω eλεύσεως της Λαμπρήw - Πάσχα), τά κρούσματα αύτά θά πάρουν δραματικές διαστάσεις».

Εισήγηση στην Γ’ Επιστημονική Ημερίδα – Μιλάμε για τη Βέροια του 20ου αιώνα (1925-1940) – Στη Βέροια του Μεσοπολέμου, 21.09.2013 (Δημόσια Βιβλιοθήκη Βέροιας)